Η έκδοση του βιβλίου «Ιθάκη» από τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι ένα ουδέτερο πολιτικό αφήγημα.
Είναι η προσπάθειά του να ξαναγράψει, με τους δικούς του όρους, την περίοδο της διακυβέρνησής του και τα γεγονότα που σημάδεψαν τη χώρα: μνημόνια, κρίση, τραγωδίες, εκλογικές ήττες.
Το θέμα δεν είναι μόνο τι περιγράφει. Είναι, κυρίως, ο τρόπος που μοιράζει τις ευθύνες στους πρώην συνεργάτες του… Μέσα από τον τρόπο που αναφέρεται σε υπουργούς, συμβούλους και στενούς συνεργάτες, προκύπτει ένα σταθερό μοτίβο: οι άλλοι ήταν ανεπαρκείς, λάθος, κατώτεροι των περιστάσεων. Άλλος «δεν κατάλαβε τη γραμμή», άλλος «κινήθηκε μόνος του», άλλος «δημιούργησε προβλήματα», λέει δηλαδή, αυτούς βρήκα – δεν μπορούσα να πάρω άλλους.»
Μόνο που αυτό, αντί να τον αθωώνει, τον εκθέτει, διότι:
- Αν οι συνεργάτες σου είναι άχρηστοι, τότε ποιος τους διάλεξε;
- Αν ήταν τόσο λάθος, γιατί τους άφησες σε καίριες θέσεις την ώρα της κρίσης;
- Αν «δεν μπορούσες να πάρεις άλλους», τι λέει αυτό για τη δυνατότητά σου να επιβάλεις επιλογές ως πρωθυπουργός;
Η ηγεσία κρίνεται πρώτα από την ικανότητα να φτιάχνεις ομάδα. Αν, χρόνια μετά, κοιτάς γύρω σου και βλέπεις μόνο «λάθος ανθρώπους», τότε στην πραγματικότητα κοιτάς τις δικές σου λάθος επιλογές.
Τραγωδία στο Μάτι
Η πιο βαριά σελίδα αυτής της περιόδου είναι η τραγωδία στο Μάτι. Εκεί δεν μιλάμε για απλές πολιτικές αστοχίες. Μιλάμε για νεκρούς, καμένους οικισμούς, ανθρώπους που έτρεχαν στη θάλασσα για να σωθούν.
Ο τρόπος που ο Τσίπρας προσεγγίζει το γεγονός στο βιβλίο του δίνει την εντύπωση μιας αφήγησης που απλώνει την ευθύνη παντού: στο «σύστημα», στον κρατικό μηχανισμό, σε χρόνια προβλήματα, σε υπηρεσίες που δεν λειτούργησαν. Όλα αυτά μπορεί να ισχύουν, αλλά απουσιάζει η καθαρή, προσωπική ανάληψη ευθύνης.
Δεν φτάνει μια γενικόλογη παραδοχή τύπου «έγιναν λάθη». Όταν είσαι πρωθυπουργός, οφείλεις να ενημερώσεις την κοινωνία για το τι γνώριζες εκείνες τις ώρες, ποιες αποφάσεις πάρθηκαν ή δεν πάρθηκαν και τι έκανες λάθος εσύ, όχι απλώς «το κράτος». Το «Μάτι» δεν είναι σκηνικό σε βιβλίο. Είναι μια πληγή που απαιτεί αλήθεια, όχι λογοτεχνικές στρογγυλοποιήσεις.
Για την πολιτική των μνημονίων – capital control – δημοψήφισμα
Στα χρόνια της μεγάλης κρίσης – δημοψήφισμα, κλειστές τράπεζες, τρίτο μνημόνιο – ο Τσίπρας παρουσιάζει τις επιλογές του περίπου σαν αναπόφευκτες ή δικαιωμένες από την ιστορία.
- Ο ίδιος όμως υποσχέθηκε σκίσιμο μνημονίων και κατέληξε σε νέο, βαρύτερο.
- Ο ίδιος πόνταρε σε μια «ηρωική» διαπραγμάτευση χωρίς σχέδιο για την επόμενη μέρα.
- Ο ίδιος «έπαιξε» με την αγωνία μιας ολόκληρης κοινωνίας, δήλωνε ότι θα σκίσει τα μνημόνια, υποσχόμενος ότι «υπάρχει άλλος δρόμος», που τελικά δεν υπήρξε.
Το ελάχιστο που θα περίμενε κανείς, τόσα χρόνια μετά, είναι μια καθαρή αυτοκριτική: «Έκανα λάθος εκτίμηση, παρασύρθηκα, δεν ήμουν έτοιμος για το βάρος που ανέλαβα.»
Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε ένα κείμενο που περισσότερο προσπαθεί να δικαιολογήσει παρά να αναλάβει την όποια ευθύνη.
Το κοινό μοτίβο σε όλο το βιβλίο – όσο μπορούμε να κρίνουμε από το πώς παρουσιάζεται, είναι ότι η ευθύνη πάντα καταλήγει κάπου αλλού:
- Στους «κακούς ξένους» και τους θεσμούς.
- Στους υπουργούς και τους τεχνοκράτες.
- Στο «σύστημα» που δεν αλλάζει.
- Στις εσωκομματικές κλίκες, όταν μπαίνει η κουβέντα στις εκλογικές ήττες.
Ο ίδιος, μένει σχεδόν πάντα ένα βήμα πίσω από το κέντρο της ευθύνης. Σαν να ήταν παρατηρητής της ίδιας του της διακυβέρνησης. Αλλά ένας πρωθυπουργός δεν είναι σχολιαστής της ιστορίας, είναι ο βασικός πρωταγωνιστής, είναι αυτός που με τις πράξεις του τη διαμορφώνει, άρα και ο πρώτος που οφείλει να σηκώσει το βάρος των λαθών του.
Και καταλήγουμε στο βασικό ερώτημα, ποιος αλήθεια μπορεί να εμπιστευτεί ξανά έναν πολιτικό που για όλα έχουν ευθύνη όλοι οι άλλοι εκτός από τον ίδιο;
Η εμπιστοσύνη δεν χτίζεται με βιβλία αυτοδικαίωσης. Χτίζεται με τη δύναμη να πεις:
«Ναι, έκανα λάθος. Ναι, φταίω εγώ. Και αν ζητάω δεύτερη ευκαιρία, τη ζητάω με πλήρη επίγνωση αυτού.» Όσο αυτή η φράση δεν ακούγεται, όσο η ευθύνη μένει μονίμως στους «άλλους», δεν πρόκειται ποτέ να έρθει η «κάθαρση» και ίσως να είναι και καλύτερα…









