Το χρέος των κέντρων δεδομένων της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ), η κατάρρευση των εταιρειών παραγωγής λογισμικού και το πλήγμα του αργού πετρελαίου, με τις υψηλές τιμές ενέργειας, συγκλίνουν σε μία τριπλή σύγκρουση, ανακαλώντας στην πλειοψηφία των χρηματοοικονομικών αναλυτών, μνήμες του 2008.
Προβλήματα Ρευστότητας
Η αγορά των ιδιωτικών πιστώσεων ύψους $1,8 τρισεκατομμυρίων αντιμετωπίζει μία σοβαρή κρίση ρευστότητας, με την MORGAN STANLEY και την BLACKROCK, να περιορίζουν δραστικά τις απαιτήσεις εξαγοράς μεριδίων από τους επενδυτές τους. Αν και ειδήμονες του χρηματοοικονομικού κλάδου χαρακτηρίζουν τις συγκεκριμμένες "πύλες" ρευστότητας με την μορφή δομικών "σταθεροποιητών", που λειτουργούν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, τα σήματα προδίδουν καταρρεύσεις.
Η MORGAN STANLEY αποτελεί τον μέχρι τούδε τελευταίο γίγαντα της Wall Street που περιορίζει τις εξαγορές όταν οι επενδυτές σπεύδουν να αποσύρουν κεφάλαια από το ιδιωτικό Κεφάλαιο Εισοδήματος NORTH HAVEN PRIVATE INCOME FUND (PIF). Ακολουθώντας το όριο ρευστοποιήσεων τριμήνου που ανέρχεται στο 5%, όταν διαπιστώνει ότι υπερβαίνουν το 11%, σπεύδει να το εφαρμόσει με συνέπεια να ικανοποιήσει μόνον το 45,8% των απαιτήσεων. Η κίνησή της ακολουθεί την BLACKROCK, που στην ναυαρχίδα των ιδιωτικών Κεφαλαίων Εισοδήματος HLEND με συνολικά κεφάλαια $26 δισεκατομμυρίων, σπεύδει σε δραστικούς περιορισμούς απαιτήσεων ρευστοποίησης, που μόλις φθάνουν στο 9,3% του συνολικού κεφαλαίου.
Όμως και η BLACΚSTONE με κεφάλαια υπό διαχείριση ύψους $1, 27 τρισεκατομμυρίων, αντιδρά κατά πανομοιότυπο τρόπο, διαμορφώνοντας το όριο των αποδεκτών απαιτήσεων στο 7% και στο 0,9% για το προσωπικό της, των συνολικών κεφαλαίων υπό διαχείριση. Το ύψους $15 δισεκατομμυρίων ιδιωτικό Επενδυτικό Κεφάλαιο της APOLLO, μόλις οι απαιτήσεις εκτινάσσονται στο 11,2%, μέγεθος υπερδιπλάσιο από το τριμηνιαίο όριο του 5%, καταλήγει στην απόφαση να επιστρέφει μόλις 45 cents, ανά υπενδεδυμένο δολλάριο. Ειδικοί της αγορά υπολογίζουν ότι η επιστροφή κεφαλαίων από μία εταιρεία όχημά της, την BDC, θα ανέλθει στα $730 εκατομμύρια.
Το παράδειγμα της BLACΚSTONE και της APOLLO, ακολουθεί και η ARES MANAGEMENT, μόλις μία ημέρα μετά την δεύτερη, που αντιμετωπίζοντας στα ύψους $10,7 δισεκατομμύρια κεφάλαια υπό διαχείριση, μόλις οι απαιτήσεις ρευστοποίησης φθάνουν στο 11,6%, τις περιορίζει στο 5% στο υπό διαχείριση Κεφάλαιο Εισοδήματος ARES STRATEGIC INCOME FUND. Η απότομη φυγή κεφαλαίων του Μαρτίου αποδίδεται προς το παρόν στην αναζήτηση μετρητών λόγω αβεβαιότητας και προκαλεί ανισορροπίες μεταξύ εταιρειών Επενδυτικών Κεφαλαίων υψηλών αποδόσεων που δεν διαπραγματεύονται στο χρηματιστήριο και των ιδιωτών επενδυτών.
Γεωπολιτική Ομίχλη
Κατά τα φαινόμενα μία γεωπολιτική ομίχλη εμφανίζεται να καλύπτει την αγορά, με τους επενδυτές να οφείλουν να αντιληφθούν πως η υπόθεση του Ιράν αυξάνει κατακόρυφα την αβεβαιότητα και προκαλεί συγχύσεις για την γενική οικονομική κατάσταση. Επιπλέον ο πολλαπλασιασμός των αιφνίδιων μεταβολών, οι κίνδυνοι που απειλούν την προσφορά και η πολιτική αβεβαιότητα πολλαπλασιάζουν τις πιθανότητες για μαζικά κύματα ρευστοποιήσεων στις αγορές. Οι επενδυτές επιβάλλεται να μειώσουν τους κινδύνους, να συγκεντρώσουν μετρητά και να παραμείνουν επιφυλακτικοί έως ότου η ομίχλη αρχίσει να διαλύεται.
Με το Ιράν να εκτοξεύει τις τιμές του αργού πετρελαίου στα $100 ανά βαρέλι, προδικάζοντας μία ενδεχόμενη περαιτέρω κατακόρυφη αναρρίχηση σε υψηλότερα επίπεδα, τα προκαλούμενα τραύματα στις παγκόσμιες αγορές, υποχρεώνουν τους επενδυτές να εξισορροπήσουν τα χαρτοφυλάκιά τους όπως οι παίκτες του γνωστού παιγνιδιού Jenga σε ένα τρεμάμενο τραπέζι. Το πρόβλημα πάντως δεν εστιάζεται στις τιμές των $100 δολλαρίων ανά βαρέλι, από την στιγμή που το απότομα αυξανόμενο κόστος της ενέργειας θέτει σε κίνηση μία αλυσσιδωτή σειρά συμβάντων που αποσταθεροποιούν τις αγορές πιστώσεων.
Στην συγκεκριμμένη περίπτωση η αφαίρεση τεμαχίων από τον σπονδυλωτό πύργο του Jenga, επιχειρείται με την προσδοκία να διατηρηθεί ο ανάλογος χρηματοοικονομικός χωρίς να καταπέσει για να προκαλέσει ακόμα χειρότερο και μάλλον θανάσιμο τραύμα. Το έργο των χρηματοοικονομικών αναλυτών εστιάζεται στον εντοπισμό των ευαλώτων σημείων και στο εάν και κατά πόσον έχουν την δυνατότητα να πυροδοτήσουν ένα φαινόμενο διάχυσης και διασποράς, όπως στην καταστροφική χρηματοοικονομική κρίση του 2008.
Μία από τις εστίες εντοπίζεται στην αγορά των ιδιωτικών πιστώσεων ύψους $3 τρισεκατομμυρίων και όπως παρατηρεί ο επικεφαλής των στρατηγικών αναλυτών της BANK OF AMERICA, Michael Hartnett, οι αποδόσεις των κεφαλαίων του 2026 προσεγγίζουν δυσοίωνα στις κινήσεις τιμών των μέσων του 2007 έως τα μέσα του 2008. Η αγορά προς το παρόν εμφανίζεται να μην το παραδέχεται, αλλά αναδύονται επικίνδυνοι τριγμοί που προσιδιάζουν με τους ανάλογους των ενυπόθηκων δανείων, σε περίοδο που η Wall Street κινείται δυσοίωνα στα πρότυπα των αναλογιών της περιόδου 2007-2008.

Εκείνη η περίοδος προ δεκαεννέα ετών, εξελίσσεται επίσης σε συνθήκες διπλασιασμού των τιμών του αργού πετρελαίου, που πυροδοτούν την λήξη του χρόνου επιβίωσης της BEAR STEARNS και της LEHMAN BROTHERS. Το συνεπακόλουθο θανάσιμο τραύμα εξαναγκάζει την κυβέρνηση να διοχετεύει κατά κύματα μετρητά στην αγορά και την Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα (FED) να εφαρμόσει Πιστωτική Επέκταση (QE), μηδενίζοντας ταυτόχρονα τα επιτόκιά της.
Οι Ιδιωτικές Πιστώσεις
Το πρόβλημα στην τρέχουσα περίοδο πηγάζει από το γεγονός ότι το 40% των αγορών ιδιωτικών πιστώσεων αντιμετωπίζει το ζήτημα των αρνητικών ταμειακών ροών στην ρευστότητα σε συνθήκες κατάρρευσης των μέχρι τούδε γεωπολιτικών συνθηκών. Η τάση της συγκεκριμμένης αγοράς να καλύπτει τις ρωγμές με αυτοκόλλητο επίδεσμο, αξιοποιώντας συχνά τις αποκαλούμενες πληρωμές σε είδος (PIK) μέσω χρεών. Όμως με τον ρυθμό της αναστολής πληρωμών να αυξάνεται, οι ρωγμές διευρύνονται και καθίσταται πλέον δυσχερές να καλυφθούν.
Ακόμα και πριν από τους βομβαρδισμούς της Τεχεράνης, οι αγορές ιδιωτικών πιστώσεων, κραυγάζουν με απόγνωση, από την στιγμή που επί μήνες τιμολογούν μία σειρά μειώσεων των επιτοκίων, που όμως δεν υλοποιούνται. Στην πραγματικότητα πριν από την εκρηκτική άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου, η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα (FED) στην διάσκεψη των αξιωματούχων της τον Ιανουάριο επιτρέπει να εννοηθεί πως ίσως απαιτηθούν αυξήσεις επιτοκίων.
Παρά την επιβράδυνση στην εξέλιξη της αγοράς εργασίας, η αμερικανική οικονομία αποδεικνύει πως διαθέτει αντοχές μεγαλύτερες από τις αναμενόμενες, με τον πληθωρισμό να παραμένει σε επίπεδα ανώτερα σε σχέση με τα προσδοκώμενα. Όμως η αγορά της στεγαστικής πίστης αντιδρά αρνητικά στην αναστροφή της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας (FED) και ο κλάδος της σχεδίασης και παραγωγής λογισμικού που βασίζεται στις ιδιωτικές πιστώσεις εισέρχεται σε φάση αναταραχής, εμφανίζοντας μεγαλύτερη αρνητική ένταση σε σχέση με την εκτιμώμενη, με την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ) να αποτελεί τον κύριο ένοχο για την επιτάχυνση των ανατροπών.
Πάντως η έκρηξη των τιμών του αργού πετρελαίου υποχρεώνει τους επενδυτές στην αφαίρεση των πλέον αβέβαιων και επικίνδυνων για τις ισορροπίες τεμαχίων από τον σπονδυλωτό πύργο του Jenga ταυτόχρονα, κίνηση αναμφίβολα με πολλά προβλήματα. Το ζήτημα αναλογικά στον χρηματοοικονομικό τομέα δεν αφορά ιδιαίτερα την μόχλευση στις αγορές ιδιωτικών πιστώσεων, αλλά τα τραπεζικά δάνεια προς τις συγκεκριμμένες αγορές με χορηγήσεις με πηγή την διατραπεζική αγορά με υψηλούς συντελεστές μόχλευσης.

Το Ζήτημα της Μόχλευσης
Μέχρι τούδε οι περισσότεροι αναλυτές εμφανίζονται απρόθυμοι να επισημάνουν τους κινδύνους στον συγκεκριμμένο τομέα, προσδοκώντας μάλλον ότι οι ολιγάρχες της καινοτόμου τεχνολογίας που σχηματίζουν το βασικό πλέγμα των αποδεκτών των χορηγήσεων των ιδιωτικών πιστώσεων, να υποστηρίξουν με πρόσθετες εγγυήσεις την μόχλευση, που υποστηρίζει την ανάπτυξή τους.
Κατά τον επικεφαλής των οικονομολόγων της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (Bank for International Settlements-ΒΙS), Sebastian Doer, οι ανησυχίες για τις ανατροπές που προκαλεί η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ) στα πρότυπα του τομέα της συμβατικής σχεδίασης και παραγωγής λογισμικού, οδηγούν σε ανατιμολογήσεις και αναπροσαρμογές τιμών σε χαμηλότερα επίπεδα. Οι μετοχές των εταιρειών λογισμικού καταρρέουν από τον περασμένο Οκτώβριο έως τον Φεβρουάριο με μέσες απώλειες της τάξης του 30%, ενώ οι αντίστοιχες των εταιρειών ανάπτυξης επιχειρήσεων υποχωρούν κατά 10% στο ίδιο διάστημα.
Ο ίδιος επισημαίνει πως οι μειώσεις των καθαρών αξιών που υπολογίζονται από την λογιστική αξία των μη εξυπηρετούμενων δανείων, διευρύνονται, εκπέμποντας σήματα κινδύνου για τις υποκείμενες αποτιμήσεις. Η άνοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ), οδηγεί τον συντελεστή μόχλευσης στο 11, που συνεπάγεται ότι τα ποσά που χορηγούνται φθάνουν σε επίπεδα 11 φορές μεγαλύτερα από τις παρεχόμενες εγγυήσεις. Μετά το 2023, οι εταιρείες ιδιωτικών πιστώσεων κατευθύνουν τις χορηγήσεις τους κατά 80% έως και 90% σε εξαγορές και συγχωνεύσεις καινοτόμων κέντρων δεδομένων.
Στην ίδια περίοδο οι ιδιωτικές πιστώσεις κλιμακώνονται, με τις τράπεζες να υιοθετούν μία περισσότερο επιλεκτική τακτική και ήδη στην στεγαστική πίστη πολλές φθάνουν με ταχείς ρυθμούς τα όρια της ασφαλούς τους έκθεσης. Οι εταιρείες ιδιωτικών πιστώσεων σπεύδουν να καλύψουν την ζήτηση που δημιουργείται, αξιοποιώντας τις ιδιωτικές τους μονάδες πιστώσεων για να προχωρήσουν στην παροχή των απαιτούμενων δανείων, αυξάνοντας όμως το χρέος τους.
Τα τεκταινόμενα δεν διαφεύγουν της προσοχής του Michael Hartnett και μερικών άλλων εξονυχιστικά επίμονων παρατηρητών που διαισθάνονται ρεύματα του 2008 στο περιβάλλον και με δεδομένο ότι οι τιμές του αργού πετρελαίου εκτινάσσονται όπως και τότε, οι ανησυχίες αυξάνονται απότομα. Οι φοβίες για πιθανές παύσεις πληρωμών σε μία αδιαφανή και ελάχιστα κατανοητή γωνία της αγοράς πιστώσεων εντείνονται με τον εφιάλτη επανάληψης των συμβάντων του 2008. Μία σοβαρή ανησυχία πηγάζει από το γεγονός ότι οι συγκρούσεις στον Περσικό Κόλπο προδικάζουν κρίση πληθωριστικού πανικού, αυξάνοντας δυσανάλογα και τις πιέσεις στις αγορές ιδιωτικών πιστώσεων και τελικά στο ευρύτερο τραπεζικό σύστημα, με δεδομένο και το περιορισμένο έως και ανύπαρκτο έλεγχο των ρυθμιστικών αρχών στις συγκεκριμμένες αγορές. Οι επενδυτές αντιλαμβάνονται πως εγκλωβίζονται σε μία περίπλοκη, άκρως επικίνδυνη κατάσταση και προκρίνουν τις ρευστοποιήσεις για να αποκτήσουν την αναγκαία ρευστότητα για την κάλυψη πιθανών εκτάκτων αναγκών.
Οι Προειδοποιήσεις
Τον περασμένο Οκτώβριο οι δηλώσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου της J. P. MORGAN, Jamie Dimon, αναπαράγονται με πηχυαίους τίτλους από τον οικονομικό τύπο, όταν απευθύνει μία απόκρυφη σχεδόν προειδοποίηση για τα τεράστια σφάλματα των χρηματοοικονομικών υπερβολών. Εκείνη την εποχή η τράπεζά του αναγκάζεται να καλύψει ζημίες ύψους $170 εκατομμυρίων που προκαλούνται από την πτώχευση της εταιρείας χορήγησης δανείων αγορά αυτοκινήτου TRICOLOR HOLDINGS.
Σχεδόν ταυτόχρονα χρεωκοπεί και η μεγάλη εταιρεία διακίνησης ανταλλακτικών αυτοκινήτων FIRST BRANDS, με συνέπεια η FIFTH THIRD BANCORP και η BARCLAYS να εγγράψουν ζημίες ύψους $178 και 147 αντίστοιχα, λόγω των εμπορικών σχέσεων της πτωχευμένης εταιρείας με την TRICOLOR HOLDINGS. Μάλιστα ο Jamie Dimon προειδοποιεί πως όταν εντοπίζεται ένα επιβλαβές έντομο στον χώρο, τότε πέραν πάσης αμφιβολίας υπάρχουν και άλλα, ίσως περισσότερο επικίνδυνα.
Με την έκρηξη των επιχειρήσεων κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, με βομβαρδισμούς Αμερικανών και Ισραηλινών η αγορά παραμένει σε επιφυλακή για να εντοπίσει επικίνδυνα έντομα και ο Διευθύνων σύμβουλος της APOLLO, Marc Rowan, προβλέπει "ανατροπές" στον τομέα των ιδιωτικών πιστώσεων, κρίνοντας πως δεν πρόκειται να αποδειχθούν βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα. Στις αρχές Μαρτίου αναδύονται και τα προβλήματα των MORGAN STANLEY, BLACKROCK, BLACΚSTONE, APOLLO και ARES MANAGEMENT, ενώ ζητήματα παρουσιάζει και η εταιρεία ιδιωτικών πιστώσεων BLUE OWL CAPITAL, όπως και άλλες εταιρείες του τομέα, εκπέμποντας σήματα συναγερμού.
Την ίδια περίοδο, η εταιρεία επενδύσεων κεφαλαίων διαχείρισης κινδύνων RUBRIC CAPITAL, απευθύνει ένα σύντομο μνημόνιο στους επενδυτές της προειδοποιώντας για ένα κύμα αποσταθεροποίησης λόγω παύσεων πληρωμών που οφείλονται σε "ανισορροπίες μεταξύ στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων". Ειδικώτερα επισημαίνει την περίπτωση της εταιρείας ιδιωτικών πιστώσεων CLIFFWATER και την αδιαφάνειά της, όταν οι αγορές κραυγάζουν για την επιτακτική ανάγκη διαφάνειας, επισημαίνοντας στην περίπτωσή της πως πρόκειται για το "καναρίνι στο ανθρακωρυχείο". Αμέσως μετά την κοινοποίηση του μνημονίου η γνωστή οικονομική εφημερίδα Wall Street Journal αναφέρεται σε πληθώρα επενδυτών που επικρίνουν τις αρχές λόγω του ότι τα στοιχεία ενεργητικού της και συνεπακόλουθα και η καθαρή της θέση έχουν "πληθωρισθεί" σε απίστευτο βαθμό.
Ο επικεφαλής των αναλυτών της εταιρείας επενδυτικών ερευνών MORNINGSTAR, Greggory Warren, παρατηρεί πως τα διάσπαρτα περιστατικά οφείλουν να "αποτελέσουν ένα σοβαρό σήμα προειδοποίησης για τον τομέα και τις ρυθμιστικές αρχές για την καθίζηση εταιρειών ιδιωτικών πιστώσεων με πρόβλημα ρευστότητας, όπως και για τους επενδυτές της λιανικής". Προσθέτει πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τους εναλλακτικούς διαχειριστές κεφαλαίων εστιάζεται σε μία σοβαρή αύξηση αδυναμιών αποπληρωμής δανείων από την πλευρά των δανειζόμενων, με συνέπεια αρνητικές επιδόσεις στις επενδύσεις, που πλήττουν τις μελλοντικές αντλήσεις κεφαλαίων και τις νομισματικές αποδόσεις.
Προς το παρόν, εξηγεί ο Greggory Warren, οι διαχειριστές κεφαλαίων προσπαθούν να αποτρέψουν τις εξαγορές των επενδυτών τους, ώστε να αποφύγουν τις αναγκαστικές ρευστοποιήσεις στοιχείων του ενεργητικού τους. Αναμφίβολα οι κινήσεις τους έχουν αρνητικές επιδράσεις στις αποδόσεις κεφαλαίων στην ευρύτερη μάζα των επενδυτών, "με δεδομένη την αδιαφάνεια και την αδυναμία ρευστότητας από τις τοποθετήσεις των συγκεκριμμένων κεφαλαίων". Όμως προβάλλει το ερώτημα για πόσο χρόνο ακόμα θα έχουν την πολυτέλεια να λειτουργούν με τον συγκεκριμμένο τρόπο και επιπλέον οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες αντί να μειώσουν τα επιτόκιά τους, σύντομα θα προχωρήσουν σε σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής τους, περιορίζοντας τις χορηγήσεις.
Ακόμα και ο νέος διοικητής της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας (FED), Kevin Warsh, που πρόκειται να αναλάβει τα καθήκοντά του τον Μάϊο, αντιμετωπίζει το γεγονός ότι τα περιθώρια για μειώσεις επιτοκίων εξαφανίζονται. Επιπλέον προβλέπεται γενικά ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα προχωρήσει σε Πιστωτική Συρρίκνωση (QT) τον Ιούλιο, με ταυτόχρονη αύξηση των επιτοκίων της. Από την πλευρά το ο Donald Trump αναβάλλει την επίσημη επίσκεψή του στο Πεκίνο της 31ης Μαρτίου έως 2ας Απριλίου για τις 14 Μαΐου για να συναντήσει τον Κινέζο πρόεδρο Xi Jinping. Ο Αμερικανός πρόεδρος ελπίζει σε μία "εξαιρετικά ευνοϊκή" εμπορική συμφωνία, με την ακυρωθείσα προηγούμενη ημερομηνία να αποτελεί θύμα των επιλογών του να εμπλακεί σε πόλεμο με το Ιράν. Με τα μέχρι τούδε δεδομένα πάντως η διακαής επιθυμία του για μειώσεις επιτοκίων και για την μεγάλη εμπορική συμφωνία, που τελικά θα αποδειχθεί περιορισμένη, δεν πρόκειται να υλοποιηθεί.
Η ακύρωση της μείωσης επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα (FED) μάλλον θα επιδεινώσει τον "κίνδυνο συγκέντρωσης" που περιβάλλει απειλητικά τον τομέα των ιδιωτικών πιστώσεων και όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ) αναβαθμίζει τον κόσμο της τεχνολογίας, οι αγορές αντιλαμβάνονται ότι οι ιδιωτικές πιστώσεις και οι εταιρείες ανάπτυξης επιχειρήσεων έχουν δυσανάλογα μεγάλη έκθεση σε εταιρείες σχεδίασης και παραγωγής συμβατικού λογισμικού, που ουσιαστικά καταρρέουν.
Εάν η έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ) εξακολουθήσει να συρρικνώνει τα έσοδα των εταιρειών συμβατικού λογισμικού, οι εταιρείες που προβαίνουν σε αγώνα δρόμου για να εγκαταστήσουν κέντρα δεδομένων θα αναγκασθούν να πιεσθούν αφόρητα για να αποπληρώσουν ακόμα και τις ενοικιάσεις των τεραστίων χώρων και να εξυπηρετήσουν το χρέος τους στις εταιρείες ιδιωτικών πιστώσεων. Πρόκειται για μία εξέλιξη για την οποία προειδοποιεί η S&P GLOBAL ότι "η υπερβολική διόγκωση χρέους" για τον πολλαπλασιασμό των κέντρων δεδομένων κινείται με δραστικά ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με την συγκέντρωση ιδιωτικών κεφαλαίων, με συνέπεια να καθίσταται ο τομέας εξαιρετικά ευάλωτος σε ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων.
Με τα κέντρα δεδομένων να επεκτείνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 15%, αξίζει να σημειωθεί ότι έως το 2030 θα απαιτηθεί πρόσθετο χρέος της τάξης των $870 δισεκατομμυρίων. Παρά ταύτα ο κίνδυνος της συνεχούς διόγκωσης της φούσκας της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ) παραμένει υπαρκτός, με συνέπεια να απειλεί τις χρηματοοικονομικές αγορές. Όπως παρατηρεί ο εταίρος του οίκου χρηματοοικονομικών υπηρεσιών BENCHMARK, Bill Gurley, στο γνωστό οικονομικό τηλεοπτικό δίκτυο CNBC, μία "αναπροσαρμογή" στην Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ) ήδη αναδύεται στην αγορά, από την στιγμή που "όταν μερικοί άνθρωποι αποκτούν ταχύτατα πλούτο, τότε εμφανίζονται πάμπολλοι για να τους μιμηθούν και να συγκεντρώσουν πλούτη, οπότε η αγορά καταλήγει να σχηματίζει φούσκες".
Πρόκειται για σειρά προβλημάτων του 2026 που ελάχιστοι αναλυτές εκτός από τον Michael Hartnett, αναγνωρίζουν, διαβλέποντας την επικίνδυνη εξέλιξή τους. Η τεράστια αύξηση σε ένα μάλλον σκιώδες χρέος που τροφοδοτείται με υψηλή μόχλευση, συγκρούεται με την αιφνιδιαστική άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου, αποσταθεροποιώντας τις εταιρείες σχεδίασης και παραγωγής λογισμικού και τις εταιρείες που σχετίζονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ). Η σύγκρουση προκαλεί κατάρρευση στον σπονδυλωτό πύργο του Jenga και αναλογικά στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα, δημιουργώντας θανάσιμα επικίνδυνα φαινόμενα.









