Η δημόσια παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού, στο πλαίσιο της τραγωδίας των Τεμπών, απέκτησε ισχυρό συμβολισμό και απήχηση. Ωστόσο, κάθε συζήτηση ή πρωτοβουλία που εκλαμβάνεται ως «πολιτική μετατόπιση» δημιουργεί ένα σύνθετο πεδίο, όπου το ηθικό κεφάλαιο, η κοινωνική οργή και η πολιτική προοπτική μπαίνουν αναπόφευκτα στο ίδιο κάδρο.
Στον δημόσιο διάλογο που έχει αναπτυχθεί το τελευταίο διάστημα, ειδικά μετά τη συνέντευξη όπου ουσιαστικά ανακοίνωσε τη δημιουργία κόμματος, καταγράφονται συγκεκριμένες κριτικές και ενστάσεις γύρω από τον ρόλο της, τις σχέσεις της με συλλογικές δομές συγγενών και τη δημόσια τεκμηρίωση ορισμένων ισχυρισμών. Η σοβαρότερη κριτική που διατυπώνεται είναι ότι επιχειρείται να μετατραπεί η υπόθεση των Τεμπών σε πολιτικό όχημα. Η συγκεκριμένη αιχμή δεν περιορίζεται σε πολιτικούς αντιπάλους, καθώς κατά καιρούς έχει εμφανιστεί και στο εσωτερικό του ευρύτερου χώρου των συλλογικών εκπροσωπήσεων, με αναφορές ότι η δημόσια δραστηριότητα «υπερβαίνει» τον αρχικό σκοπό της διεκδίκησης. Για τους επικριτές αυτής της προοπτικής, το ζητούμενο είναι αν διατηρείται καθαρή η γραμμή ανάμεσα στην κοινωνική διεκδίκηση (δικαιοσύνη, ευθύνες, θεσμική λογοδοσία) και σε μια οργανωμένη πολιτική εκπροσώπηση.
Εσωτερικές τριβές και συγκρούσεις σε συλλογικό επίπεδο
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι οι εντάσεις στο εσωτερικό συλλογικών δομών των συγγενών. Η παραίτηση της Μαρίας Καρυστιανού από όργανο διοίκησης συλλόγου (όπως έχει δημοσιοποιηθεί) και οι δημόσιες αναφορές της σε «διχασμό» τροφοδότησαν την εικόνα ότι η προηγούμενη περίοδος ενότητας μετατράπηκε σε πεδίο ανοιχτής διαφωνίας. Παράλληλα, ρεπορτάζ έχουν μεταφέρει ότι διατυπώθηκαν από μέλη διοίκησης καταγγελίες ή αιτιάσεις σχετικά με διαδικασίες και χειρισμούς, μεταξύ των οποίων αναφορές για οικονομικό απολογισμό, δαπάνες χωρίς προηγούμενη συλλογική ενημέρωση και ζητήματα διαχείρισης (όπως αιτήματα για παράδοση μέσων πρόσβασης/καρτών).
Μια ακόμη κριτική γραμμή αφορά το χάσμα ανάμεσα στον ρόλο του ενεργού πολίτη/εκπροσώπου μιας κοινωνικής υπόθεσης και στον ρόλο ενός πολιτικού προσώπου που καλείται να τοποθετηθεί συνολικά σε θέματα όπως, οικονομία, υγεία, θεσμικές μεταρρυθμίσεις, εξωτερική πολιτική, δημόσια διοίκηση.
Η συζήτηση για «άφθαρτα» πρόσωπα εκτός κομματικών μηχανισμών απαντά συχνά στην ελληνική πολιτική ιστορία. Όμως, όπως επισημαίνουν αναλυτές, η πολιτική αποτελεσματικότητα προϋποθέτει οργανωμένη ομάδα, πρόγραμμα, θεσμική γνώση, μηχανισμούς λογοδοσίας και ικανότητα σύνθεσης. Χωρίς αυτά, μια είσοδος στην πολιτική σκηνή μπορεί να αποδειχθεί είτε επικοινωνιακά ευάλωτη είτε πρακτικά ασαφής. Αλλά, εκτός όλων αυτών η Μαρία Καρυστιανού, πριν ακόμη δημιουργήσει το κόμμα, εμφανίζεται να υποπίπτει σε αντιφάσεις και σε πολλές περιπτώσεις τόσο από το σύλλογο των θυμάτων των Τεμπών αλλά και από κύριο Καραχάλιο να κατηγορείται ότι ψεύδεται…
Η υπόθεση των Τεμπών παραμένει πρωτίστως υπόθεση δικαιοσύνης και λογοδοσίας. Όταν ένα πρόσωπο που έχει ταυτιστεί με μια κοινωνική διεκδίκηση περνά ή εμφανίζεται να περνά, στην πολιτική αρένα, είναι δεδομένο ότι θα δεχθεί εντατικό και συχνά αμείλικτο έλεγχο για τα κίνητρα, τις διαδικασίες, την τεκμηρίωση και την πολιτική επάρκεια.
Το ερώτημα λοιπόν που γεννάται από όλα αυτά, εκτός της επάρκειας ή μη της Μαρίας Καρυστιανού να ηγηθεί ενός κόμματος στις επόμενες εκλογές, είναι, εάν το ποσοστό αυτό των ψηφοφόρων που προτίθεται να την ψηφίσει στην περίπτωση που κατέλθει στις εκλογές, κατανοεί τι ψηφίζει. Εννοείται ότι το συγκεκριμένο ερώτημα δεν αφορά μόνο την κα Καρυστιανού, αλλά και πολιτικά πρόσωπα που εμφανίζονται στις δημοσκοπήσεις με υψηλά νούμερα κάνοντας καθημερινό «σόου» εντός ή εκτός του κοινοβουλίου. Διότι, στις εκλογές δεν ψηφίζουμε αυτόν ή αυτήν που θα κάνει την καλύτερη αντιπολίτευση ή τη μεγαλύτερη επικοινωνιακή ζημιά στην κυβέρνηση, αλλά το πρόσωπο εκείνο που θα ηγηθεί της χώρας και θα την οδηγήσει σε μία καλύτερη ημέρα.









