Ιταλική προβοκάτσια υπήρξε η πρώτη αφορμή των εκ δυσμών γειτόνων προκειμένου να ενσωματώσουν στην Ιταλία το νησί της Κέρκυρας το οποίο χρόνια μετά εποφθαλμιούσε και ο Μουσσολίνι.
Πράγματι το 1923 ένα ανεξήγητο στην κυριολεξία γεγονός, δεδομένου ό,τι τίποτε δεν προμήνυες ότι θα συνέβαινε ή ότι υπήρχε συγκεκριμένος λόγος να συμβεί προκάλεσε διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ των δύο χωρών. Ήδη η Ιταλία είχε περάσει στον φασισμό και το επεισόδιο που είχε λάβει χώρα στα ελληνοαλβανικά σύνορα αποτέλεσε επαρκή δικαιολογία για τους Ιταλούς για να καταλάβουν την Κέρκυρα. Υπήρχαν κάποια προβλήματα μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας που είχαν σχέση με την χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων, καθώς η Ιταλία είχε υπό την προστασία της την Αλβανία. Δεδομένου λοιπόν του συγκεκριμένου συνοριακού προβλήματος είχε αποφασιστεί να συσταθεί μία Διεθνής Επιτροπή στην οποίαν θα συμμετείχε και ιταλική αντιπροσωπεία και ελληνική προκειμένου να διερευνηθεί το πρόβλημα και να εξευρεθεί κάποια ειρηνική λύση. Όμως ο Μουσσολίνι είχε άλλα στο μυαλό του και γι’ αυτό δημιούργησε την υπόθεση Τελλίνι, ενός Ιταλού Στρατηγού, ο οποίος είχε τοποθετηθεί επικεφαλής της ιταλικής αντιπροσωπείας.
Το πρωί της 27ης Αυγούστου του 1923 άγνωστοι δολοφόνησαν τον Τελλίνι και την ακολουθία του, στους οποίους είχαν στήσει ενέδρα. Η ακολουθία του Τελλίνι αποτελείτο από τον υπασπιστή του υπολοχαγό Μάριο Μπονατσίνι, τον επίατρο Κόρτι, τον οδηγό του αυτοκινήτου του Φαρνέτι και τον διερμηνέα του Έλληνα Θανάση Κράβαρη.
Η ενέδρα είχε στηθεί –όπως προέκυψε από το μέρος που βρέθηκαν τα πτώματα των πέντε ανδρών- μεταξύ του 53ου και 54ου χιλιομέτρου της δημοσιάς Αργυροκάστρου και Ιωαννίνων και συγκεκριμένα στην θέση. Σημαντική λεπτομέρεια. Το σημείο όπου βρέθηκαν οι δολοφονημένοι είναι πολύ κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα.
Η τότε ελληνική κυβέρνηση η οποία βεβαίως ήταν αμέτοχη όσον αφορά στο αιματηρό αυτό γεγονός θορυβήθηκε όπως ήταν φυσικό διότι μπορεί τα πτώματα να είχαν βρεθεί κοντά στα σύνορα αλλά ήταν επί ελληνικού εδάφους. Μέσω του υπουργού των Εξωτερικών έσπευσε να εκφράσει τα συλλυπητήριά της προς τον εν Αθήναις Ιταλό πρέσβυ ενώ παρέσχε και την ρητή διαβεβαίωση ότι θα έκανε πάν το δυνατόν ώστε να βρεθούν οι δολοφόνοι της ιταλικής αντιπροσωπείας στη Διεθνή Επιτροπή.
Όμως προφανώς οι βλέψεις του φασιστικού καθεστώτος ήταν άλλες. Έτσι όπως 13 χρόνια μετά επιδόθηκε ιταλικό τελεσίγραφο στον Μεταξά, έτσι και το 1923, η Ρώμη επέδωσε τελεσίγραφο ιδιαιτέρως ιταμού περιεχομένου, στο οποίο μεταξύ άλλων, ζητούσε κατά ταπεινωτικό τρόπο να τελεστεί μνημόσυνο στον καθολικό ναό των Αθηνών για τα θύματα με παρουσία όλου του ελληνικού υπουργικού συμβουλίου, να αποδοθούν τιμές στην ιταλική σημαία από ελληνικά πολεμικά πλοία, όταν μία ιταλική ναυτική μοίρα θα κατέπλεε στον όρμο του Φαλήρου καθώς και να καταβάλει η ελληνική κυβέρνηση στην ιταλική αποζημίωση 50 εκατομμυρίων ιταλικών λιρετών και άλλας 10 εκατομμύρια στην οικογένεια του Στρατηγού Τελλίνι!
Η ελληνική κυβέρνηση αποδέχτηκε μερικούς εκ των όρων του τελεσιγράφου αλλά όχι όλους διότι η αποδοχή όλων έθιγε τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Η απόφαση της κυβέρνησης είχε ληφθεί μετά από μακρά σύσκεψη του υπουργικού συμβουλίου. Φυσικό ήταν ότι στην ελληνική απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο υπογραμμιζόταν ότι η ελληνική πλευρά ουδεμία σχέση είχε με την δολοφονία της ιταλικής αντιπροσωπείας. Μάλιστα ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών απέστειλε προσωπικό τηλεγράφημα στον Μουσσολίνι διαβεβαιώνοντάς τον ότι οι δολοφόνοι δεν ήταν Έλληνες αλλά ληστές αλβανικής καταγωγής. Βεβαίως την αλήθεια μάλλον την γνώριζαν οι Ιταλοί.
Τέσσερις μέρες μετά το επεισόδιο οι κάτοικοι της Κέρκυρας είδαν να εισπλέει στο λιμάνι του νησιού ένα ιταλικό αντιτορπιλικό και στη συνέχεια μία ολόκληρη ναυτική μοίρα. Ο αρχηγός της μοίρας αντιναύαρχος Σολάρι επέδωσε έγγραφο στον Νομάρχη με το οποίο του γνωστοποιούσε ότι κατά διαταγήν της ιταλικής κυβερνήσεως θα προέβαινε σε ειρηνική κατάληψη της Κέρκυρας! Στην Κέρκυρα υπήρχε μικρή ελληνική στρατιωτική δύναμη. Και η απόφαση που ελήφθη από τις αρχές σε συνεννόηση με την ελληνική κυβέρνηση ήταν να μην προβληθεί αντίσταση αλλά και να μη παραδοθεί το νησί.

Στη συνέχεια και ενώ υπήρξε ένα έντονο παρασκήνιο στις συνεννοήσεις με τους Ιταλούς, ο αντιναύαρχος Σολάρι διέταξε τον βομβαρδισμό της Κέρκυρας επί 25 λεπτά.
Ο βομβαρδισμός που όπως ήταν φυσικό είχε και θύματα και κυρίως μεταξύ των ΄προσφύγων από την Μικρασιατική καταστροφή που φιλοξενούνταν στην Κέρκυρα είχε παγκόσμια απήχηση
Στη συνέχεια, μετά τους βομβαρδισμούς ακολουθεί η κατάληψη του νησιού καθώς αρχίζουν να αποβιβάζονται χιλιάδες Ιταλοί στρατιώτες προκειμένου να καταλάβουν καίριες θέσεις στην Κέρκυρα σε δημόσια και ιδιωτικά κτίρια. Εκεί είχαν οχυρωθεί θεωρώντας ότι θα υπήρξε αντίσταση παρά το γεγονός ότι οι Ιταλοί επισήμως είχαν ενημερωθεί ότι δεν επρόκειτο να καταφύγει η Ελλάδα σε στρατιωτικά μέσα, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως προαναφέρθηκε στο νησί δεν υπήρχαν αξιόλογη στρατιωτική δύναμη.
Μοναδική διέξοδος για την Ελλάδα ήταν να καταφύγει στην Κοινωνία των Εθνών για προστασία. Το όργανο αυτό ήταν βεβαίως άχρηστο όπως επιβεβαίωσε και η μετέπειτα διάλυσή του προκειμένου να δημιουργηθεί ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών. Η αδιαφορία της διεθνούς κοινότητας για την απάνθρωπη αυτή δράση του ιταλικού φασισμού σε βάρος μίας κυρίαρχης χώρας ήταν εντυπωσιακή. Γεγονός που ανάγκασε την Ελλάδα, προκειμένου να τερματιστεί η κατάληψη της Κέρκυρας από τους Ιταλούς να αναγνωρίσει ότι ήταν ένοχη για κάτι που δεν είχε διαπράξει!! Οι όροι που της επιβλήθηκαν ήταν ταπεινωτικοί και εξοντωτικοί καθώς υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 50 εκατομμυρίων λιρετών που άλλωστε απαιτούσαν οι Ιταλοί στο τελεσίγραφό τους, πριν βομβαρδίσουν την Κέρκυρα. Από την οποίαν απέσυραν τα στρατεύματα κατοχής στις 27 Σεπτεμβρίου του 1923.







