Στο σταθμό του Μονάχου, με άφησε, άχου// μαύρη μοίρα μου//μάνα κακομοίρα μου, τραγουδούσε ο Καζαντζίδης, διεκτραγωδώντας έτσι τα χρόνια που οι Έλληνες μετανάστευαν, αρχικά στην Αμερική και στη συνέχεια, κυρίως στην Γερμανία, που, αναπτυσσόμενη ταχύτατα είχε ανάγκη από εργατικά χέρια.
Τα θυμόμαστε αυτά με αφορμή τις μεταναστευτικές ροές προς την Ελλάδα, που είναι η βάση για τους περισσότερους από τις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής για να συνεχίσουν το ταξίδι τους στην Ευρώπη. Και τα θυμόμαστε και για τον λόγο ότι σήμερα οι τραγωδίες στην θάλασσα με τους παράνομους μετανάστες ή νόμιμους πρόσφυγες, είναι μεγάλης έκτασης σε σχέση με τις μεταναστευτικές ροές του παρελθόντος, στις οποίες μεγάλη συμμετοχή είχαν και οι Έλληνες.
Ας μη αναφερθούμε στην μετανάστευση των Ελλήνων τον 19ο αιώνα, που ήταν βεβαίως το αποτέλεσμα που ένα νεοσύστατο κράτος προσπαθούσε να βρει τον βηματισμό του, ενώ βρισκόταν σε μία οικονομική υπανάπτυξη.
Για διαφορετικούς λόγους και κυρίως τα χρόνια της Κατοχής και τον Εμφύλιο, αλλά και τα χρόνια της δεκαετίας του ΄50 και του ΄60 που προσπαθούσε να ορθοποδήσει και πάλι η χώρα, είχαμε μεγάλη μεταναστευτική διαρροή πληθυσμού προς το εξωτερικό σε αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης. Δεν υπάρχει οικογένεια που στην ευρύτερη δομή να μην έχει ένα στενό ή μακρυνό συγγενή ξενιτεμένο. Έναν συγγενή που αποτελούσε κάποιες φορές, αν όχι τις περισσότερες μία πηγή οικονομικής ενίσχυσης μιας οικογένειας που βιοπάλευε για να τα βγάλει πέρα, στους δύσκολους καιρούς μετά τον Πόλεμο και τον Εμφύλιο. Ενδεικτικές του φαινομένου αυτού και οι ελληνικές ταινίες, όπως «Η Θεία από το Σικάγο», ενώ έμεινε ως έκφραση ακόμη και στην δεκαετία του ΄60 ή φράση «ο θείος από το Αμέρικα», που σε αυτόν προσέβλεπαν οι οικογένειες για να προικίσει την ανύπαντρη κόρη.
Δύσκολοι καιροί και τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας είναι ενδεικτικά της φυγής που είχε συντελεστεί:
-Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄50 έως και το 1960 είχαν φύγει από την χώρα για άλλες πολιτείες περισσότεροι από 160.000 Έλληνες. Περισσότεροι από τους μισούς είχαν προτιμήσει υπερατλαντική μετανάστευση. Κυρίως στην Αμερική.
-Τριπλάσιο αριθμό Ελλήνων μεταναστών είχαμε στην τετραετία 1961-1965. 466.000. Αριθμός που σχεδόν διατηρήθηκε (365.000) μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Στην συνέχεια οι αριθμοί βαίνουν φθίνοντες καθώς οι προοπτικές ανάπτυξης της χώρας σαφώς είναι βελτιωμένες.
Εκείνο που μπορεί να παρατηρήσει κανείς είναι ότι τουλάχιστον το 60% των Ελλήνων μεταναστών αφομοιώθηκε από τις κοινωνίες των χωρών όπου επέλεξε για δεύτερη πατρίδα. Οι συνθήκες λ.χ. στην Αμερική ή στην Αυστραλία με τις εργασιακές ευκαιρίες που δίδονταν συνετέλεσαν στο να βελτιωθεί το επίπεδο ζωής όσων είχαν μεταναστεύσει ενώ η δημιουργία ή η διεύρυνση των οικογενειών τους αποτέλεσε μία πρόσθετη αφορμή για την αφομοίωσή τους.
Σαφώς και οι κανόνες προσαρμογής τους και αποδοχής τους ήταν αυστηροί, βάσει των νομοθεσιών των χωρών υποδοχής, σε αντίθεση με την απαίτηση για χαλαρότητα που προβάλουν κυρίως εκπρόσωποι της Αριστεράς, με το πρόσχημα της ανθρωπιστικής ευαισθησίας για όσους εισέρχονται ακόμη και παράνομα στην Ελλάδα. Στην Αμερική λ.χ. στα πρώτα χρόνια της ελληνικής μετανάστευσης ήταν γνωστό μέρος διαλογής των μεταναστών το Έλλις ΆΪλαντ. Δεδομένου δε ότι η αναπτυσσόμενη αμερικανική βιομηχανία αλλά και τα εκτεταμένα δημόσια έργα απαιτούσαν πρόσθετα εργατικά χέρια, η διαλογή των μεταναστών γινόταν και με βάση την κατάσταση της υγείας τους.
Βεβαίως είναι γνωστό ότι μία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να αποφασίσει κανείς να μεταναστεύσει, με κάποια ΄προοπτική – εκτός κι αν ήταν λαθρομετανάστης- ήταν να έχει κάποιο συγγενικό πρόσωπο, νόμιμα εγκατεστημένο στις Ηνωμένες Πολιτείες που να του απευθύνει σχετική πρόσκληση. Μάλιστα στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει μία ολόκληρη ελληνική γειτονιά, η Αστόρια.
Σύμφωνα με στοιχεία στις ΗΠΑ ζουν περισσότερα από 2 εκατομμύρια συμπατριωτών μας. Στην Γερμανία μετά τους Τούρκους του Ιταλούς και του Πολωνούς οι Έλληνες αποτελούν την τέταρτη μεγάλη μειονοτική παροικία με 430.000 και πλέον άτομα. Στην Αυστραλία διαβιούν περισσότεροι από 200.000 συμπατριώτες μας, ενώ στον Καναδά, μία άλλη υπερατλαντική χώρα που είχαν επιλέξει οι Έλληνες ζουν περί τις 270.000 ελληνικής καταγωγής.









