Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ υπερέβη την εξουσία του επιβάλλοντας σαρωτικούς δασμούς, χρησιμοποιώντας έναν νόμο που προορίζεται για εθνική έκτακτη ανάγκη.
Η απόφαση δεν αφορά σε όλους τους δασμούς του Τραμπ, αλλά ακυρώνει εκείνους που εφαρμόστηκαν με βάση έναν νόμο του 1977 που ονομάζεται Διεθνής Νόμος και αναφέρεται σε οικονομικές δυνατότητες Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA).
Η απόφαση μπλοκάρει τους δασμούς που ο Ντόναλντ Τραμπ είχε χαρακτηρίσει «αμοιβαίους» και που επιβλήθηκαν στον Καναδά, την Κίνα και το Μεξικό.
«Δεν διεκδικούμε καμία ειδική αρμοδιότητα σε θέματα οικονομίας ή εξωτερικών υποθέσεων», έγραψε ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Τζον Ρόμπερτς.
«Διεκδικούμε μόνο, όπως πρέπει, τον περιορισμένο ρόλο που μας έχει ανατεθεί από το Άρθρο III του Συντάγματος. Εκπληρώνοντας αυτόν τον ρόλο, θεωρούμε ότι το IEEPA δεν εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο να επιβάλει δασμούς».
Σύμφωνα με το thehill.com., η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν παρέχει καθοδήγηση σχετικά με πιθανή επιστροφή χρημάτων.
Ποιους δασμούς αφορά η απόφαση
Ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε χρήση αυτού του νόμου ως ένα μέσο για να αντιμετωπίσει διακίνηση του ναρκωτικού φαιντανύλη, κι έτσι επέβαλε δασμούς στον Καναδά, την Κίνα και το Μεξικό. Και πιο πρόσφατα, επικαλέστηκε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω εμπορικού ελλείμματος επιβάλλοντας τους λεγόμενους «αμοιβαίους» δασμούς του σε δεκάδες εμπορικούς εταίρους σε όλο τον κόσμο.
Οι κατώτεροι δικαστές επέτρεψαν τη συνέχιση εφαρμογής των δασμών μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο να επιλύσει την υπόθεση. Οι δασμοί του Τραμπ για συγκεκριμένους τομείς που βασίζονται σε άλλο νομικό πλαίσιο, όπως αυτοί για τον χάλυβα, το αλουμίνιο και τον χαλκό, δεν αμφισβητήθηκαν και παραμένουν σε ισχύ.
Ο Τραμπ έχει χαρακτηρίσει την υπόθεση ως μία από τις πιο σημαντικές στην αμερικανική ιστορία και καθώς το δικαστήριο εργαζόταν για την απόφασή του κεκλεισμένων των θυρών, ο πρόεδρος επανειλημμένα προειδοποιούσε δημόσια ότι μια απόφαση εναντίον του θα σήμαινε οικονομική καταστροφή.









