Σαρωτικές διασταυρώσεις σε εισοδήματα, καταθέσεις, ακίνητα και δαπάνες διαβίωσης ξεκινά η ΑΑΔΕ μετά το κλείσιμο της πλατφόρμας των φορολογικών δηλώσεων.
Με τη βοήθεια ειδικών αλγορίθμων και ψηφιακών εργαλείων, η φορολογική διοίκηση αναζητά αδήλωτα εισοδήματα και περιπτώσεις αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας, βάζοντας στο μικροσκόπιο φορολογούμενους που εμφανίζουν χαμηλά δηλωθέντα εισοδήματα αλλά πολύ υψηλές καταναλωτικές δαπάνες.
Στο επίκεντρο των ελέγχων βρίσκονται περιπτώσεις πολιτών που δηλώνουν ετήσια εισοδήματα της τάξης των 10.000 έως 20.000 ευρώ, την ώρα που οι δαπάνες τους φτάνουν ή και ξεπερνούν τα 100.000 ευρώ. Οι αποκλίσεις αυτές ενεργοποιούν τα συστήματα ελέγχου της ΑΑΔΕ, η οποία πλέον συγκρίνει αυτόματα στοιχεία από τράπεζες, δηλώσεις, ακίνητα, δάνεια, εμβάσματα και καταναλωτικές κινήσεις.
Πρώτη λίστα με 12.000 υποθέσεις υψηλού κινδύνου
Σύμφωνα με πληροφορίες, η φορολογική διοίκηση έχει ήδη καταρτίσει μια πρώτη λίστα με περίπου 12.000 υποθέσεις υψηλού κινδύνου, οι οποίες θα αποτελέσουν την πρώτη φάση των ελέγχων. Οι φορολογούμενοι που θα εντοπιστούν στα ψηφιακά δίχτυα της ΑΑΔΕ θα κληθούν το επόμενο διάστημα να δώσουν εξηγήσεις για τις αποκλίσεις που προκύπτουν ανάμεσα στα δηλωθέντα εισοδήματά τους και στα πραγματικά οικονομικά δεδομένα τους.
Οι πρώτοι υπόχρεοι που θα μπουν στη διαδικασία ελέγχου θα λάβουν ηλεκτρονικό ειδοποιητήριο από την ΑΑΔΕ. Με αυτό θα καλούνται να προσκομίσουν δικαιολογητικά και να παράσχουν εξηγήσεις στην αρμόδια ΔΟΥ ή στο Κέντρο Φορολογικών Διαδικασιών και Ελέγχων. Η προθεσμία ανταπόκρισης ορίζεται σε 15 ημέρες από την κοινοποίηση της ειδοποίησης.
Τι θα πρέπει να αποδείξουν οι φορολογούμενοι
Μέσα σε αυτό το διάστημα, οι φορολογούμενοι θα πρέπει να αποδείξουν ότι οι αποκλίσεις που εντόπισε η ΑΑΔΕ δικαιολογούνται είτε από τα δηλωθέντα εισοδήματά τους είτε από κεφάλαια προηγούμενων ετών. Στην πράξη, θα πρέπει να παρουσιάσουν στοιχεία που να εξηγούν πώς καλύφθηκαν υψηλές δαπάνες, αγορές, αποπληρωμές δανείων ή κινήσεις κεφαλαίων που δεν φαίνεται να συμβαδίζουν με την οικονομική τους εικόνα.
Εάν δεν προσκομιστούν τα απαραίτητα δικαιολογητικά ή οι εξηγήσεις δεν κριθούν επαρκείς, η ΑΑΔΕ μπορεί να ολοκληρώσει τον έλεγχο με βάση τα στοιχεία που ήδη διαθέτει. Σε αυτή την περίπτωση, εφόσον προκύψουν αδήλωτα εισοδήματα ή αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, θα ακολουθήσει καταλογισμός φόρων, προσαυξήσεων και προστίμων.
Πρόστιμα που μπορεί να φτάσουν έως και το 50%
Οι φορολογούμενοι στους οποίους θα διαπιστωθούν παραβάσεις ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με πρόσθετους φόρους και επιβαρύνσεις. Ανάλογα με τη φύση και τη βαρύτητα της υπόθεσης, τα πρόστιμα μπορούν να φτάσουν ακόμη και στο 50% του φόρου που θα καταλογιστεί, ενώ οι προσαυξήσεις αυξάνουν περαιτέρω το συνολικό ποσό που θα κληθεί να πληρώσει ο υπόχρεος.
Οι κωδικοί που μπαίνουν στο μικροσκόπιο
Οι διασταυρώσεις της ΑΑΔΕ επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα πεδία των φορολογικών δηλώσεων και σε στοιχεία που μπορούν να αποκαλύψουν εισοδήματα ή δαπάνες που δεν συμβαδίζουν με την εικόνα που δηλώνει ο φορολογούμενος. Στο μικροσκόπιο μπαίνουν τόκοι τραπεζικών καταθέσεων και repos, αναδρομικές αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές, μερίσματα, ηλεκτρονικές δαπάνες, αποπληρωμές στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής και υγείας, καθώς και νοσήλια σε ιδιωτικές κλινικές.
Παράλληλα, εξετάζονται δίδακτρα ιδιωτικών σχολείων, δαπάνες σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, καταναλώσεις ηλεκτρικού ρεύματος άνω των 1.000 ευρώ, υψηλές καταναλώσεις νερού που μπορεί να δείχνουν αδήλωτες πισίνες, εισοδήματα από ενοίκια και βραχυχρόνιες μισθώσεις, στοιχεία ιδιοκατοίκησης, τεκμήρια διαβίωσης, εμβάσματα, κινήσεις κεφαλαίων και δάνεια.
Το σύστημα BANCAPP και οι αυτόματοι έλεγχοι
Οι περισσότεροι έλεγχοι θα πραγματοποιηθούν αυτόματα μέσω των πληροφοριακών συστημάτων της ΑΑΔΕ. Κεντρικό ρόλο έχει το σύστημα BANCAPP, μέσω του οποίου η φορολογική διοίκηση αντλεί στοιχεία από τα πιστωτικά ιδρύματα και τα αντιπαραβάλλει με τις φορολογικές δηλώσεις. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να εντοπιστούν υψηλά τραπεζικά υπόλοιπα, μεγάλες κινήσεις λογαριασμών ή δαπάνες που δεν δικαιολογούνται από τα εισοδήματα που έχουν δηλωθεί.
Η χρήση των ψηφιακών εργαλείων επιτρέπει στην ΑΑΔΕ να εντοπίζει πιο γρήγορα ύποπτες αποκλίσεις και να ιεραρχεί τις υποθέσεις με βάση τον βαθμό κινδύνου. Έτσι, οι έλεγχοι δεν θα γίνονται τυχαία, αλλά θα στοχεύουν πρώτα σε περιπτώσεις όπου τα στοιχεία δείχνουν μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε δηλωθέν εισόδημα, περιουσιακή κατάσταση και πραγματικές δαπάνες.
Προτεραιότητα στις υποθέσεις του 2020
Ιδιαίτερη βαρύτητα θα δοθεί στις υποθέσεις του φορολογικού έτους 2020, οι οποίες παραγράφονται στις 31 Δεκεμβρίου 2026. Οι ελεγκτικές υπηρεσίες έχουν λάβει εντολή να επισπεύσουν τις διαδικασίες, ώστε πριν από την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής να έχουν ολοκληρωθεί οι έλεγχοι και να έχουν καταλογιστεί οι φόροι, οι προσαυξήσεις και τα πρόστιμα όπου διαπιστωθούν παραβάσεις.
Με τις νέες διασταυρώσεις, η ΑΑΔΕ επιχειρεί να κλείσει τα περιθώρια απόκρυψης εισοδημάτων και να εντοπίσει περιπτώσεις όπου η πραγματική οικονομική δυνατότητα των φορολογουμένων δεν αντανακλάται στις δηλώσεις τους. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να ξεκινήσει η αποστολή των πρώτων ειδοποιήσεων, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο ελέγχων με επίκεντρο τα «κρυφά» εισοδήματα και τις αδικαιολόγητες δαπάνες.







