Σε μια από τις πιο κρίσιμες φάσεις της ενεργειακής κρίσης εισέρχεται η Ευρώπη, καθώς η νέα άνοδος του πετρελαίου, ο σκληρός διεθνής ανταγωνισμός για φορτία LNG και ο φόβος περιορισμένης προσφοράς μέσα στον χειμώνα αναγκάζουν τις Βρυξέλλες να επανεξετάσουν ακόμη και κανόνες που επρόκειτο να τεθούν σε εφαρμογή από τις αρχές του 2027.
Το Brent κινείται ξανά πάνω από τα 103 δολάρια το βαρέλι μετά τη νέα αβεβαιότητα γύρω από το Ιράν, ενώ στην αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου η Ευρώπη καλείται να ανταγωνιστεί την Ασία για τις ίδιες διαθέσιμες ποσότητες. Η πίεση είναι τέτοια ώστε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει πλέον αναβολή για έναν χρόνο μέρους του κανονισμού για τις εκπομπές μεθανίου, προκειμένου να μη δημιουργηθούν πρόσθετα εμπόδια στις ενεργειακές εισαγωγές.
Η εικόνα που διαμορφώνεται τις τελευταίες ώρες δείχνει ότι η ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια μπαίνει ξανά σε περίοδο έντονης αβεβαιότητας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει ταυτόχρονα να εξασφαλίσει αρκετό φυσικό αέριο για τον χειμώνα, να περιορίσει τις επιπτώσεις των υψηλών τιμών στα νοικοκυριά και στη βιομηχανία και να διαχειριστεί ένα πετρελαϊκό περιβάλλον που παραμένει εξαιρετικά ευμετάβλητο.
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό καταλύτη. Κάθε ένδειξη διπλωματικής προσέγγισης οδηγεί προσωρινά τις τιμές χαμηλότερα, ενώ κάθε νέα ένταση ή αμφιβολία για την ομαλή ροή των ενεργειακών προϊόντων επαναφέρει άμεσα τις αγορές σε ανοδική τροχιά.
Το Brent επέστρεψε πάνω από τα 103 δολάρια
Το πρωί της Τετάρτης οι διεθνείς τιμές πετρελαίου κινούνταν ξανά ανοδικά, μετά τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι η Ουάσιγκτον δεν προτίθεται να χαλαρώσει τις κυρώσεις σε βάρος του Ιράν.
Το Brent ενισχύθηκε περίπου στα 103,7 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI κινήθηκε κοντά στα 89,7 δολάρια.
Η μεταβολή μπορεί να μοιάζει περιορισμένη σε ημερήσια βάση, όμως η μεγαλύτερη εικόνα είναι διαφορετική. Το Brent οδεύει προς μηνιαία άνοδο περίπου 14%, γεγονός που δείχνει πόσο έντονα έχει αλλάξει η ενεργειακή εξίσωση μέσα στον Σεπτέμβριο.
Για την Ευρώπη, η διατήρηση του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια έχει άμεση σημασία. Αυξάνει το κόστος καυσίμων και μεταφορών, πιέζει τις επιχειρήσεις και ενισχύει τον κίνδυνο το ενεργειακό σοκ να μετατραπεί σε νέο γύρο πληθωριστικών πιέσεων.
Το Ιράν εξακολουθεί να καθορίζει τις αγορές
Η τελευταία άνοδος συνδέεται άμεσα με την αβεβαιότητα γύρω από τις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.
Οι αγορές είχαν αρχίσει να προεξοφλούν ότι μια διπλωματική προσέγγιση θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαλάρωση των κυρώσεων και σε μεγαλύτερη προσφορά πετρελαίου. Οι νέες δηλώσεις της αμερικανικής πλευράς περιόρισαν αυτές τις προσδοκίες.
Το Κατάρ συνεχίζει τις προσπάθειες διαμεσολάβησης, όμως μέχρι στιγμής δεν υπάρχει συμφωνία που να επιτρέπει στις αγορές να θεωρήσουν ότι ο γεωπολιτικός κίνδυνος έχει υποχωρήσει οριστικά.
Παράλληλα, η παραγωγή και οι εξαγωγές από άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής εμφανίζουν σημάδια ανάκαμψης, συγκρατώντας ως ένα βαθμό την άνοδο των τιμών. Η αντίθεση αυτών των δύο παραγόντων εξηγεί και τις απότομες καθημερινές διακυμάνσεις.
Η δεύτερη κρίση βρίσκεται στο φυσικό αέριο
Την ώρα που το πετρέλαιο επιστρέφει υψηλότερα, η Ευρώπη έχει μπροστά της ένα ακόμη δυσκολότερο πρόβλημα: την επάρκεια φυσικού αερίου για τον χειμώνα.
Το LNG έχει πλέον αποκτήσει κεντρικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια. Μετά τη δραστική μείωση της εξάρτησης από τους ρωσικούς αγωγούς, πολύ μεγαλύτερο μέρος των αναγκών καλύπτεται από φορτία υγροποιημένου φυσικού αερίου που μπορούν να κατευθυνθούν είτε στην Ευρώπη είτε σε άλλες αγορές.
Αυτό δημιουργεί μια διαφορετική μορφή ανταγωνισμού. Η Ευρώπη δεν διαπραγματεύεται μόνο με τους παραγωγούς. Ανταγωνίζεται ταυτόχρονα άλλους μεγάλους αγοραστές, κυρίως στην Ασία, για το ποιος θα προσφέρει την υψηλότερη τιμή και θα εξασφαλίσει τα διαθέσιμα φορτία.
Η Ασία προσφέρει ήδη περισσότερα για LNG
Οι τιμές δείχνουν ότι το πλεονέκτημα αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην ασιατική αγορά.
Το LNG στο ασιατικό σημείο αναφοράς Platts JKM κινείται κοντά στα 30 δολάρια ανά MMBtu, έναντι επιπέδων λίγο χαμηλότερων από τα 25 δολάρια στην Ευρώπη.
Μεταφρασμένο σε κόστος ενέργειας, η διαφορά αντιστοιχεί περίπου σε 90 ευρώ ανά μεγαβατώρα στην Ασία έναντι περίπου 75 ευρώ στην ευρωπαϊκή αγορά.
Για έναν παραγωγό ή trader LNG αυτό δημιουργεί ένα απλό οικονομικό κίνητρο: εάν το καθαρό έσοδο είναι υψηλότερο στην Ασία, ένα φορτίο μπορεί να αλλάξει προορισμό και να κατευθυνθεί εκεί αντί για κάποιο ευρωπαϊκό τερματικό.
Ινδία και Πακιστάν επιστρέφουν δυναμικά στην αγορά
Η κατάσταση είναι διαφορετική από προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις επειδή αρκετές ασιατικές οικονομίες εμφανίζονται πλέον περισσότερο πρόθυμες να πληρώσουν υψηλές τιμές.
Χώρες όπως η Ινδία και το Πακιστάν έχουν προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον μεγαλύτερης μεταβλητότητας και επιστρέφουν πιο ενεργά στην αγορά spot αναζητώντας πολλαπλά φορτία.
Αυτό περιορίζει την ικανότητα της Ευρώπης να εξασφαλίζει εύκολα ποσότητες όταν αυξάνεται η ζήτηση.
Ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας είναι η Κίνα. Εάν η κινεζική οικονομία αυξήσει σημαντικά τις αγορές LNG κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ο ανταγωνισμός μπορεί να γίνει πολύ εντονότερος.
Το δυσμενές σενάριο των 105 ευρώ ανά μεγαβατώρα
Η σημερινή κατάσταση δεν αποτελεί το χειρότερο σενάριο.
Εάν η ένταση στον Περσικό Κόλπο συνεχιστεί και η ασιατική ζήτηση αυξηθεί περαιτέρω, η τιμή του LNG στο Platts JKM θα μπορούσε, σύμφωνα με τα σενάρια που εξετάζει η αγορά, να φτάσει ακόμη και τα 35 δολάρια ανά MMBtu.
Το επίπεδο αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 105 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε πολύ ισχυρή πίεση και στο ευρωπαϊκό TTF, καθώς οι Ευρωπαίοι εισαγωγείς θα αναγκάζονταν να αυξήσουν τις προσφορές τους για να εμποδίσουν τη μεταφορά φορτίων προς την Ασία.
Η Ευρώπη μπαίνει στον χειμώνα με χαμηλότερα αποθέματα
Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο εξαιτίας της κατάστασης των αποθεμάτων.
Η Ευρώπη εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο με τα αποθέματα φυσικού αερίου σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια.
Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μικρότερο περιθώριο ασφαλείας εάν εμφανιστεί παρατεταμένο κύμα ψύχους, αυξηθεί η κατανάλωση ή προκύψει νέα διαταραχή στις διεθνείς προμήθειες.
Η σημασία των αποθηκευμένων ποσοτήτων είναι μεγάλη επειδή επιτρέπουν στις χώρες να καλύπτουν μέρος της ζήτησης χωρίς να αναγκάζονται να αγοράζουν καθημερινά στις υψηλές τιμές της αγοράς spot.
Όσο μικρότερο είναι το απόθεμα, τόσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση από τα νέα φορτία.
Η Κομισιόν αλλάζει τον σχεδιασμό για το μεθάνιο
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι Βρυξέλλες εξετάζουν μια σημαντική αλλαγή στον ενεργειακό σχεδιασμό.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσανατολίζεται σε αναβολή κατά έναν χρόνο της εφαρμογής τμήματος του νέου πλαισίου για τις εκπομπές μεθανίου που αφορά τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι σχετικές υποχρεώσεις επρόκειτο να αρχίσουν να εφαρμόζονται από το 2027. Το σενάριο που εξετάζεται μεταφέρει την ενεργοποίησή τους στο 2028.
Το μέτρο δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί, καθώς θα πρέπει να περάσει από την ευρωπαϊκή θεσμική διαδικασία. Η αλλαγή κατεύθυνσης, όμως, είναι χαρακτηριστική της πίεσης που έχει δημιουργήσει η ενεργειακή συγκυρία.
Τι προβλέπει ο ευρωπαϊκός κανονισμός
Ο κανονισμός έχει σχεδιαστεί για να περιορίσει τις εκπομπές μεθανίου στην αλυσίδα των ορυκτών καυσίμων.
Το μεθάνιο είναι ένα ισχυρό αέριο του θερμοκηπίου και η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να υποχρεώσει τις εταιρείες και τους παραγωγούς που προμηθεύουν την ευρωπαϊκή αγορά να παρακολουθούν και να καταγράφουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις σχετικές εκπομπές.
Για τους εισαγωγείς, όμως, οι νέες απαιτήσεις σημαίνουν πρόσθετες διαδικασίες συμμόρφωσης και πιθανό επιπλέον κόστος.
Σε κανονικές συνθήκες το κόστος αυτό αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την πράσινη μετάβαση. Σε μια περίοδο περιορισμένης προσφοράς, όμως, οι Βρυξέλλες φοβούνται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως αντικίνητρο για ορισμένους προμηθευτές.
Οι ΗΠΑ έχουν αντιδράσει στους νέους κανόνες
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία για τις σχέσεις της Ευρώπης με τους βασικούς προμηθευτές LNG.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν μία από τις σημαντικότερες πηγές υγροποιημένου φυσικού αερίου για την ευρωπαϊκή αγορά και έχουν εκφράσει αντιρρήσεις απέναντι σε τμήματα του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου.
Ο φόβος των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων είναι ότι εάν οι υποχρεώσεις εφαρμοστούν σε μια περίοδο όπου υπάρχει μεγάλη ζήτηση και καλύτερες εναλλακτικές αγορές για τους παραγωγούς, ορισμένες ποσότητες μπορεί απλώς να κατευθυνθούν αλλού.
Για αυτό η συζήτηση δεν αφορά την εγκατάλειψη του στόχου περιορισμού του μεθανίου, αλλά τη χρονική στιγμή εφαρμογής του.
Η μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα σε ενεργειακή ασφάλεια και πράσινη μετάβαση
Η απόφαση που καλείται να πάρει η Ευρώπη αποκαλύπτει ένα από τα δυσκολότερα διλήμματα της ενεργειακής πολιτικής.
Από τη μία πλευρά, η ΕΕ έχει δεσμευθεί σε αυστηρότερους περιβαλλοντικούς κανόνες και σε ταχεία μείωση των εκπομπών.
Από την άλλη, οι κυβερνήσεις πρέπει να διασφαλίσουν ότι εκατομμύρια νοικοκυριά θα μπορούν να θερμάνουν τα σπίτια τους και ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα έχει πρόσβαση σε ενέργεια σε τιμές που δεν θα υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητά της.
Όταν η αγορά φυσικού αερίου είναι επαρκώς τροφοδοτημένη, οι δύο στόχοι μπορούν να συνυπάρξουν ευκολότερα. Όταν όμως η προσφορά γίνεται περιορισμένη, το κόστος κάθε νέου περιορισμού αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία.
Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες ξανά υπό πίεση
Οι υψηλές τιμές ενέργειας αποτελούν ιδιαίτερο πρόβλημα για τη βιομηχανία.
Χημικά προϊόντα, λιπάσματα, μέταλλα, γυαλί, χαρτί, δομικά υλικά και πολλές άλλες δραστηριότητες χρησιμοποιούν μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας.
Όταν η ευρωπαϊκή τιμή της ενέργειας παραμένει σημαντικά υψηλότερη από εκείνη ανταγωνιστικών οικονομιών, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν δυσκολία να διατηρήσουν τις τιμές τους ανταγωνιστικές.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μείωση παραγωγής, περιορισμό επενδύσεων ή μεταφορά μέρους της παραγωγικής δραστηριότητας σε περιοχές με χαμηλότερο ενεργειακό κόστος.
Οι υψηλές τιμές απειλούν ξανά τον πληθωρισμό
Το πρόβλημα δεν σταματά στη βαριά βιομηχανία.
Το πετρέλαιο επηρεάζει τις μεταφορές και τα logistics. Το φυσικό αέριο επηρεάζει την ηλεκτροπαραγωγή. Το ηλεκτρικό ρεύμα συμμετέχει στο κόστος σχεδόν κάθε επιχείρησης.
Εάν οι σημερινές τιμές διατηρηθούν για μεγάλο διάστημα, μέρος της επιβάρυνσης θα μεταφερθεί αναπόφευκτα στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο ενός νέου ενεργειακού πληθωρισμού ακριβώς τη στιγμή που οι ευρωπαϊκές οικονομίες προσπαθούν να σταθεροποιήσουν τις τιμές και να προστατεύσουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Γιατί το πρόβλημα αφορά άμεσα την Ελλάδα
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται έξω από αυτή την εξίσωση.
Η διεθνής τιμή του πετρελαίου περνά σταδιακά στις τιμές βενζίνης, diesel και πετρελαίου θέρμανσης. Παράλληλα, οι τιμές του φυσικού αερίου επηρεάζουν το κόστος ηλεκτροπαραγωγής και κατ' επέκταση τη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Η σημασία του LNG για την Ελλάδα είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή η χώρα έχει αναπτύξει σημαντικές υποδομές εισαγωγής και επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως ενεργειακής πύλης για την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Σε μια περίοδο αυξημένης ζήτησης, όμως, η ύπαρξη υποδομών δεν αρκεί από μόνη της. Το κρίσιμο ζήτημα είναι σε ποια τιμή μπορούν να εξασφαλιστούν οι απαιτούμενες ποσότητες.
Τα μακροχρόνια συμβόλαια επιστρέφουν στο επίκεντρο
Οι νέες συνθήκες αλλάζουν και τη στρατηγική των αγοραστών.
Μετά από χρόνια κατά τα οποία πολλές χώρες προτιμούσαν μεγαλύτερη εξάρτηση από τη βραχυπρόθεσμη αγορά, η μεγάλη μεταβλητότητα αυξάνει ξανά το ενδιαφέρον για πολυετή συμβόλαια LNG.
Μέσα από μια μακροχρόνια συμφωνία, ο αγοραστής μπορεί να εξασφαλίσει ποσότητες και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα τιμών, περιορίζοντας την έκθεσή του στις καθημερινές διακυμάνσεις της αγοράς spot.
Από την άλλη πλευρά, μια τέτοια συμφωνία δημιουργεί δεσμεύσεις πολλών ετών σε ορυκτά καύσιμα, κάτι που πρέπει να συμβιβαστεί με τους ευρωπαϊκούς στόχους απανθρακοποίησης.
Περισσότερο αμερικανικό LNG τα επόμενα χρόνια
Μία από τις θετικότερες παραμέτρους για τη μεσοπρόθεσμη αγορά είναι η μεγάλη αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας LNG που βρίσκεται υπό ανάπτυξη διεθνώς.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της επέκτασης, με νέα έργα υγροποίησης και εξαγωγής να αναμένεται να αυξήσουν σημαντικά τις διαθέσιμες ποσότητες.
Η μεγαλύτερη προσφορά μπορεί να λειτουργήσει σταθεροποιητικά σε βάθος χρόνου.
Το πρόβλημα για την Ευρώπη είναι ότι οι επιπλέον ποσότητες δεν λύνουν αυτόματα το ζήτημα του φετινού χειμώνα. Μέχρι να τεθούν σε πλήρη λειτουργία τα νέα έργα, η αγορά παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη σε οποιαδήποτε γεωπολιτική διαταραχή.
Η μάχη δεν είναι πλέον μόνο για την τιμή
Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή ενεργειακή συζήτηση έχει αλλάξει χαρακτήρα.
Για χρόνια το βασικό ζήτημα ήταν πόσο γρήγορα θα μπορούσε να μειωθεί η χρήση ορυκτών καυσίμων. Σήμερα η ίδια συζήτηση περιλαμβάνει ταυτόχρονα την ασφάλεια προμήθειας, το κόστος για τους καταναλωτές και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η πράσινη μετάβαση εγκαταλείπεται. Σημαίνει όμως ότι οι κυβερνήσεις αναζητούν μεγαλύτερη ευελιξία όταν οι γεωπολιτικές συνθήκες δημιουργούν άμεσο κίνδυνο για την ενεργειακή επάρκεια.







