Στις 11:00 συνεδριάζει, υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, η κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, σε μια συνεδρίαση με σαφή θεσμικό αλλά και εσωκομματικό βάρος. Στο επίκεντρο βρίσκεται η έναρξη της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση, μια διαδικασία που η κυβέρνηση θέλει να αποτελέσει ταυτόχρονα πεδίο θεσμικών παρεμβάσεων και πολιτικής επανεκκίνησης ενόψει της επόμενης περιόδου.
Η συνεδρίαση θα ανοίξει με τις τοποθετήσεις του γραμματέα της ΚΟ, Μάξιμου Χαρακόπουλου, και του πρωθυπουργού, ο οποίος αναμένεται να δώσει το γενικό πλαίσιο της συζήτησης. Αμέσως μετά, ο εισηγητής της ΝΔ για τη συνταγματική αναθεώρηση, Ευριπίδης Στυλιανίδης, θα παρουσιάσει τον βασικό κορμό των προτάσεων της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Το ενδιαφέρον είναι έντονο, καθώς περισσότεροι από 40 βουλευτές έχουν ήδη δηλώσει ότι θέλουν να τοποθετηθούν.
Η πρόταση που θα παρουσιαστεί σήμερα αφορά περίπου 30 άρθρα του Συντάγματος και, σύμφωνα με τις πληροφορίες, αποτελεί προϊόν σύνθεσης των δημόσιων τοποθετήσεων του Κυριάκου Μητσοτάκη και των εισηγήσεων που κατέθεσαν βουλευτές της ΝΔ. Η ανταπόκριση στο εσωτερικό της κοινοβουλευτικής ομάδας υπήρξε μεγάλη, αφού πάνω από 50 βουλευτές συμμετείχαν με γραπτές προτάσεις, ενώ αρκετοί ακόμη είχαν προφορικές παρεμβάσεις στις σχετικές συζητήσεις.
Από την κυβέρνηση διευκρινίζεται ότι το κείμενο που τίθεται σήμερα επί τάπητος δεν συνιστά την οριστική πρόταση της ΝΔ, αλλά τη βάση μιας δυναμικής διαδικασίας που θα συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα. Η φιλοσοφία της πρότασης κινείται γύρω από τρεις βασικούς στόχους: την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος και τους θεσμούς, τη δημιουργία μιας πιο λειτουργικής δημόσιας διοίκησης και τη διαμόρφωση ενός πιο σύγχρονου συνταγματικού πλαισίου, ικανού να απαντήσει σε προκλήσεις όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η στεγαστική πίεση και η κλιματική κρίση.
Η πρόθεση της κυβέρνησης είναι η διαδικασία να ξεκινήσει και τυπικά μέσα στον Μάιο, με την κατάθεση της σχετικής πρότασης στη Βουλή, η οποία απαιτεί τουλάχιστον 50 υπογραφές βουλευτών. Στη συνέχεια αναμένεται να συγκροτηθεί η επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος και να αρχίσουν οι σχετικές εργασίες επίσης εντός του μήνα.
Μέχρι στιγμής, η ΝΔ έχει ανοίξει δημόσια σειρά ζητημάτων προς αναθεώρηση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το άρθρο 5 για την προστασία της ελευθερίας του ατόμου απέναντι στις νέες τεχνολογίες και την τεχνητή νοημοσύνη, το άρθρο 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, το άρθρο 30 για μία εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, τα άρθρα 51 και 54 για την επιστολική ψήφο και το εκλογικό σύστημα, το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών, το άρθρο 90 για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, το άρθρο 101Α για τις Ανεξάρτητες Αρχές και το άρθρο 103 για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Παράλληλα, έχουν τεθεί και ζητήματα όπως η προσιτή στέγη, ένας δημοσιονομικός «κόφτης», η λειτουργία των κομμάτων και η συνταγματική αποτύπωση της κλιματικής κρίσης.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται να κινηθεί σε δύο επίπεδα. Από τη μία, να παρουσιάσει τη συνταγματική αναθεώρηση ως μια συνολική θεσμική απάντηση σε χρόνιες παθογένειες του πολιτικού συστήματος. Από την άλλη, να τη συνδέσει με την ανάγκη μεγάλων μεταρρυθμίσεων σε μια χώρα που βαδίζει προς την τέταρτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Παράλληλα, αναμένεται να δώσει και το γενικό πλαίσιο των καθηκόντων της κοινοβουλευτικής ομάδας ενόψει τόσο της συνταγματικής αναθεώρησης όσο και του συνεδρίου της ΝΔ στις 15-17 Μαΐου, με φόντο και το εκλογικό έτος του 2027.
Πίσω από τη θεσμική ατζέντα, πάντως, διακρίνεται και ένα δεύτερο επίπεδο συζήτησης. Οι τοποθετήσεις των βουλευτών αναμένεται να φέρουν στην επιφάνεια προβληματισμούς για το επιτελικό κράτος, τον ρόλο των εξωκοινοβουλευτικών υπουργών, τις σχέσεις κυβέρνησης και κοινοβουλευτικής ομάδας, αλλά και τη συνολικότερη εκλογική και πολιτική στρατηγική της ΝΔ. Οι τόνοι εκτιμάται ότι θα παραμείνουν ελεγχόμενοι, όμως είναι σαφές ότι αρκετοί βουλευτές προσέρχονται με διάθεση να διατυπώσουν σαφείς ενστάσεις και να χαράξουν πολιτικά όρια.
Γι’ αυτό και η σημερινή συνεδρίαση δεν είναι απλώς μια εσωκομματική διαδικασία. Είναι μια πρώτη δοκιμασία για το πώς η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδυάσει τη θεσμική μεταρρύθμιση με τη διατήρηση της κομματικής συνοχής, σε μια περίοδο όπου οι πολιτικές ισορροπίες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.









