Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε στη συνταγματική αναθεώρηση, στα διλήμματα των επόμενων εκλογών και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ, επιμένοντας ότι η κυβερνητική ατζέντα για τα επόμενα χρόνια «κουμπώνει» πάνω σε μεταρρυθμίσεις, θεσμικές αλλαγές και στόχο σταθερότητας.
Συνταγματική αναθεώρηση με ορίζοντα το 2030
Μιλώντας για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ο πρωθυπουργός συνέδεσε το εγχείρημα με το ορόσημο του 2030, όταν συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Περιέγραψε ως προσωπική φιλοδοξία να έχουν κλείσει μέχρι τότε «εκκρεμότητες» που σχετίζονται με χρόνιες παθογένειες και με το πελατειακό κράτος, υπογραμμίζοντας ότι οι αλλαγές δεν είναι εύκολες και ότι στην πορεία «κερδίζονται μάχες, αλλά χάνονται και κάποιες».
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, αναφέρθηκε στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, την οποία περιέγραψε ως δύσκολη και προβληματική περίπτωση, λέγοντας ότι τελικά επιλέχθηκε «κόψιμο του γόρδιου δεσμού». Τόνισε πως η μεταφορά των πληρωμών στην ΑΑΔΕ, κατά την άποψή του, ενισχύει τη διαφάνεια και τη δικαιοσύνη στον τρόπο που αυτές θα γίνονται.
Στο ίδιο πλαίσιο, σημείωσε ότι η συνταγματική αναθεώρηση είναι ευκαιρία τα κόμματα να τοποθετηθούν επί της ουσίας σε κομβικά ζητήματα, όπως:
- αν και πώς θα συνδεθεί η μονιμότητα στο Δημόσιο με την αξιολόγηση,
- αν μπορεί να υπάρξει ρητή πρόβλεψη που να στηρίζει τη δημοσιονομική σταθερότητα ώστε να μη γυρίσει η χώρα σε εποχές ελλειμμάτων,
- πώς πρέπει να αλλάξει το άρθρο 86, με στόχο —όπως είπε— να μη λειτουργεί η Βουλή ως «δικαστής» και να ενισχυθεί ο ρόλος της Δικαιοσύνης στην άσκηση δίωξης, με τις αναγκαίες θεσμικές δικλίδες.
ΟΠΕΚΕΠΕ: «Έπρεπε να γίνει – ίσως νωρίτερα»
Ειδικά για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, υποστήριξε ότι έγιναν προσπάθειες στο παρελθόν, αλλά υπήρξαν πρακτικές και «εξαρτήσεις» που δημιουργούσαν τον φόβο πως, αν γίνουν απότομες αλλαγές, θα «μπλοκάρουν» πληρωμές. Παραδέχθηκε ότι, με όσα γνωρίζει πλέον, θα προτιμούσε η μετάβαση να είχε γίνει νωρίτερα, ωστόσο υπογράμμισε ότι τελικά πραγματοποιήθηκε. Παράλληλα, επέκρινε στάσεις της αντιπολίτευσης, λέγοντας ότι δεν στήριξε ουσιαστικά τη μετάπτωση στην ΑΑΔΕ, την οποία χαρακτήρισε κρίσιμη διαρθρωτική αλλαγή για έναν ανταγωνιστικό πρωτογενή τομέα.
Εκλογικός νόμος και αυτοδυναμία: «Δεν αλλάζει»
Ο πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει πρόθεση αλλαγής του εκλογικού νόμου, επαναλαμβάνοντας ότι η Νέα Δημοκρατία προκρίνει τις αυτοδύναμες κυβερνήσεις, ειδικά σε περίοδο διεθνούς αστάθειας. Επισήμανε ότι αυτοδυναμία μπορεί να προκύψει με τον ισχύοντα νόμο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις (κυρίως το απαιτούμενο ποσοστό του πρώτου κόμματος) και είπε ότι αυτή θα είναι η στρατηγική με την οποία θα πορευτεί προς την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Παράλληλα, σημείωσε ότι τελικός κριτής είναι ο λαός: αν το εκλογικό αποτέλεσμα δεν δώσει αυτοδυναμία, θα πρέπει να σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας, καθώς —όπως τόνισε— η χώρα δεν μπορεί να μείνει ακυβέρνητη. Πρόσθεσε ότι δεν προτίθεται να «πειράξει» τους κανόνες, θεωρώντας κάτι τέτοιο αντιθεσμικό και πιθανόν πολιτικά επιζήμιο.
Σε ερώτηση για το αν είναι εφικτό ποσοστό αυτοδυναμίας, υπενθύμισε ότι πριν από τις εκλογές του 2023 οι δημοσκοπήσεις έδιναν χαμηλότερες επιδόσεις στη ΝΔ, ενώ τελικά κατέγραψε υψηλότερο αποτέλεσμα, υποστηρίζοντας πως ο στόχος παραμένει ρεαλιστικός, αλλά απαιτεί «πολλή δουλειά».
«Το δίλημμα δεν είναι “Μητσοτάκης ή χάος”»
Ο πρωθυπουργός διαφώνησε με το σχήμα «Μητσοτάκης ή χάος», λέγοντας ότι το πραγματικό δίλημμα είναι ανάμεσα σε συγκεκριμένους πολιτικούς αντιπάλους και τις προτάσεις τους. Μίλησε επίσης για τη δυσκολία της δημόσιας συζήτησης στην εποχή των social media και του «TikTok των 10 δευτερολέπτων», δηλώνοντας ότι δεν τον εκφράζει η πολιτική της ατάκας, καθώς τα ζητήματα είναι σύνθετα και απαιτούν εξήγηση με απλό τρόπο.
Θεσμοί, μεταρρυθμίσεις και «βαθύ κράτος»
Σχολιάζοντας τον προβληματισμό των πολιτών για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, αναγνώρισε ότι και η κυβέρνηση έχει μερίδιο ευθύνης ως κυβέρνηση πολλών ετών, ενώ σημείωσε ότι το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό αλλά και διεθνές. Υποστήριξε ότι λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι συστάσεις για το κράτος δικαίου και ότι έχουν γίνει βήματα σε πεδία όπως η καλή νομοθέτηση, η Δικαιοσύνη και ο ψηφιακός μετασχηματισμός.
Ως βασικές μεταρρυθμιστικές τομές ανέφερε, μεταξύ άλλων, την εξέλιξη του ψηφιακού κράτους, την επιτάχυνση διαδικασιών (όπως στις συντάξεις), παρεμβάσεις στη λειτουργία υπηρεσιών και την εισαγωγή μηχανισμών αξιολόγησης και κινήτρων απόδοσης στο Δημόσιο, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για δύσκολες αλλαγές που «θέλουν επιμονή και χρόνο».
Αυτοκριτική: ΟΠΕΚΕΠΕ και αντιμετώπιση παραπληροφόρησης
Ερωτηθείς για ενδεχόμενα λάθη, είπε ότι προσπαθεί να κάνει σκληρή αυτοκριτική. Επανέλαβε πως στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ η αλλαγή έπρεπε να είχε επιχειρηθεί νωρίτερα. Επίσης ανέφερε ότι θεωρεί πως άργησε να υπάρξει πιο άμεση και θαρραλέα απάντηση απέναντι σε κύματα παραπληροφόρησης που, όπως είπε, ακολούθησαν μεγάλες τραγωδίες.
Ελληνοτουρκικά: συνάντηση με Ερντογάν πριν τις 15 Φεβρουαρίου
Στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών, δήλωσε ότι θα συναντήσει τον Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα τις επόμενες εβδομάδες, πριν από τις 15 Φεβρουαρίου. Τόνισε ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται επιδιαιτητή ή διαμεσολαβητή για να συζητήσει διμερή ζητήματα με την Τουρκία και ότι οι σχέσεις των δύο χωρών είναι «αυτοτελείς», ανεξάρτητα από τρίτους.
Ανέφερε ως «κεκτημένα» της τελευταίας περιόδου τη μείωση της έντασης (ιδίως στον αέρα), τη συνεργασία στο μεταναστευτικό, το πλαίσιο της γρήγορης βίζας που ενισχύει τον τουρισμό στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας για αποκλιμάκωση σε περίπτωση έντασης. Ταυτόχρονα, ξεκαθάρισε ότι δεν τρέφει αυταπάτες: η βασική διαφορά, όπως είπε, αφορά την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών (ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα) σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, ενώ πρόσθεσε ότι όταν η Τουρκία «διευρύνει την ατζέντα» με άλλα θέματα, δυσκολεύει η προοπτική ουσιαστικής προόδου.
Για ζητήματα όπως «γκρίζες ζώνες» και αποστρατικοποίηση, είπε ότι δεν αποτελούν αντικείμενο συζήτησης για την ελληνική πλευρά. Επανέλαβε επίσης ότι το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων έως 12 μίλια είναι μονομερές δικαίωμα της Ελλάδας που θα ασκηθεί όταν κριθούν κατάλληλες οι συνθήκες, υπενθυμίζοντας ότι επί της παρούσας κυβέρνησης έγινε ήδη επέκταση στο Ιόνιο.
Τέλος, σημείωσε ότι μια επίλυση της βασικής διαφοράς θα μπορούσε να δημιουργήσει και ευρύτερα οφέλη στις σχέσεις Τουρκίας–ΕΕ, επιμένοντας όμως ότι όσο υφίσταται το casus belli, η Τουρκία δεν μπορεί να αξιοποιήσει ευρωπαϊκά εργαλεία χρηματοδότησης που σχετίζονται με την άμυνα.









