Η επίδραση της Τεχνητής Νοημοσύνης στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, μαθαίνουμε και καλλιεργούμε τις γνωστικές μας ικανότητες βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο μιας διεθνούς συζήτησης.
Για το θέμα μίλησε ο Δρ. Γιώργος Σακκάς, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, αναλύοντας τόσο τις δυνατότητες που προσφέρουν τα νέα εργαλεία όσο και τους κινδύνους που μπορεί να δημιουργήσει η άκριτη χρήση τους.
«Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι ούτε σωτήρας ούτε εχθρός»
Ο Γιώργος Σακκάς τονίζει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί από μόνη της θετική ή αρνητική, καθώς η επίδρασή της εξαρτάται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται.
«Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι ούτε σωτήρας ούτε εχθρός. Είναι ένα πολύ ισχυρό εργαλείο. Και όπως όλα τα ισχυρά εργαλεία, η επίδρασή της εξαρτάται από τον τρόπο που τη χρησιμοποιούμε», αναφέρει.
Όπως εξηγεί, μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη οργάνωση πληροφοριών, στην ταχύτερη μάθηση, στη βελτίωση της επικοινωνίας και στη βαθύτερη επεξεργασία ιδεών.
Την ίδια στιγμή, όμως, μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα, εάν οδηγήσει τον άνθρωπο στο να εγκαταλείψει την προσπάθεια και να μεταφέρει σταδιακά τη διαδικασία της σκέψης σε μια μηχανή.
«Το βασικό ερώτημα δεν είναι “είναι καλή ή κακή η Τεχνητή Νοημοσύνη;”. Το βασικό ερώτημα είναι: μας βοηθά να σκεφτόμαστε ή σκέφτεται αντί για εμάς;», σημειώνει.
Το «Lifespan AI Paradox»
Για να περιγράψει τις διαφορετικές επιδράσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης ανάλογα με την ηλικία του χρήστη, ο καθηγητής χρησιμοποιεί τον όρο «Lifespan AI Paradox», δηλαδή «το παράδοξο της Τεχνητής Νοημοσύνης στον κύκλο της ζωής».
Όπως εξηγεί, το ίδιο τεχνολογικό εργαλείο μπορεί να έχει εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται ένας άνθρωπος.
Για ένα άτομο μεγαλύτερης ηλικίας, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει βοήθημα μνήμης, επικοινωνίας και αυτονομίας. Για έναν έμπειρο επαγγελματία μπορεί να περιορίσει τις επαναλαμβανόμενες εργασίες και να αυξήσει την παραγωγικότητα, ενώ για έναν νέο εργαζόμενο μπορεί να λειτουργήσει ως υποστηρικτικό εργαλείο σε απαιτητικές εργασίες.
Στην περίπτωση παιδιών και εφήβων, ωστόσο, η εικόνα αλλάζει.
«Όχι επειδή η τεχνολογία είναι κακή, αλλά επειδή η σκέψη χτίζεται με προσπάθεια», σημειώνει, εξηγώντας ότι δεξιότητες όπως η μνήμη, η γραφή, η επιχειρηματολογία, η κριτική σκέψη και η επίλυση προβλημάτων δεν αναπτύσσονται όταν παρακάμπτονται συνεχώς.
«Με απλά λόγια: η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να είναι στήριγμα για τον ώριμο νου, αλλά δεκανίκι για τον υπό διαμόρφωση νου», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Γιατί τα παιδιά χρειάζονται διαφορετική προσέγγιση
Ο καθηγητής δεν θεωρεί ότι η λύση βρίσκεται στην απαγόρευση της Τεχνητής Νοημοσύνης για τα παιδιά, αλλά στην κατάλληλη παιδαγωγική καθοδήγηση.
Φέρνει ως παράδειγμα έναν μαθητή που αναθέτει σε ένα εργαλείο Τεχνητής Νοημοσύνης να γράψει μια έκθεση χωρίς προηγουμένως να έχει προσπαθήσει να οργανώσει μόνος του τις σκέψεις του.
Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως επισημαίνει, δεν χάνεται μόνο η εξάσκηση στη γραφή, αλλά και η διαδικασία μέσα από την οποία το παιδί μαθαίνει να σκέφτεται, να κάνει λάθη, να διορθώνει τον εαυτό του και να επιμένει μέχρι να φτάσει στο αποτέλεσμα.
«Η μάθηση δεν είναι μόνο το τελικό αποτέλεσμα. Είναι η διαδρομή. Αν η Τεχνητή Νοημοσύνη μάς δίνει έτοιμο το αποτέλεσμα, τότε πρέπει να αναρωτηθούμε: τι μένει στον άνθρωπο να μάθει;», τονίζει.
Πώς μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να γίνει πραγματικός βοηθός μάθησης
Παρά τους προβληματισμούς του, ο Γιώργος Σακκάς συμφωνεί ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην εξατομίκευση της εκπαίδευσης.
Μπορεί, όπως εξηγεί, να παρουσιάσει μια έννοια με διαφορετικούς τρόπους, να προσαρμόσει τις εξηγήσεις στον ρυθμό κάθε μαθητή, να εντοπίσει κενά κατανόησης, να δώσει παραδείγματα και να υποβάλει ερωτήσεις.
Η ουσιαστική διαφορά, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκεται ανάμεσα σε ένα εργαλείο που παρακινεί τον μαθητή να σκεφτεί και σε ένα εργαλείο που προσφέρει απλώς έτοιμες απαντήσεις.
«Θα έλεγα ότι η σωστή Τεχνητή Νοημοσύνη στην εκπαίδευση δεν πρέπει να απαντά αμέσως. Πρέπει πρώτα να ρωτά: “Εσύ τι σκέφτεσαι; Πώς το εξηγείς; Ποιο είναι το επιχείρημά σου; Γιατί πιστεύεις ότι αυτή είναι η σωστή απάντηση;”», αναφέρει.
Παραγωγικότητα για τους ενήλικες, αλλά και νέοι κίνδυνοι
Στους ενήλικες, η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει ήδη αρχίσει να μεταβάλλει τον τρόπο εργασίας.
Πολλοί επαγγελματίες τη χρησιμοποιούν για τη σύνταξη κειμένων, τη σύνοψη πληροφοριών, την οργάνωση ιδεών, τις μεταφράσεις, την ανάλυση δεδομένων και την προετοιμασία παρουσιάσεων.
Ο καθηγητής θεωρεί ότι τα εργαλεία αυτά μπορούν να είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για ανθρώπους που διαθέτουν ήδη γνώση, εμπειρία και κρίση στο αντικείμενό τους.
Προειδοποιεί, όμως, ότι μεγαλύτερη παραγωγικότητα δεν συνεπάγεται αυτομάτως και καλύτερη ποιότητα ζωής.
«Μπορεί, απλώς, να σημαίνει περισσότερη δουλειά σε λιγότερο χρόνο», σημειώνει.
Κατά την άποψή του, εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη απελευθερώνει χρόνο για δημιουργικότητα, σκέψη, ξεκούραση, οικογένεια και υγεία, τότε μπορεί να λειτουργήσει θετικά. Εάν όμως χρησιμοποιείται για να αυξάνει την πίεση, την ταχύτητα εργασίας και τη μόνιμη διαθεσιμότητα, μπορεί να επιβαρύνει το στρες και την επαγγελματική εξουθένωση.
Οι δυνατότητες για τους ανθρώπους άνω των 65 ετών
Ιδιαίτερα θετικές προοπτικές βλέπει ο καθηγητής για τους ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στην υπενθύμιση φαρμάκων, στην επικοινωνία με γιατρούς και συγγενείς, στην πρόσβαση σε υπηρεσίες, στην κατανόηση ψηφιακών διαδικασιών και στη μείωση της κοινωνικής απομόνωσης.
Ωστόσο, θεωρεί απαραίτητο η τεχνολογία να σχεδιάζεται με σεβασμό προς τις ανάγκες των ηλικιωμένων και χωρίς προκαταλήψεις που σχετίζονται με την ηλικία.
Παράλληλα, τονίζει ότι κανένα σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης δεν πρέπει να υποκαθιστά την ανθρώπινη επαφή.
«Άλλο η υποστήριξη και άλλο η εγκατάλειψη ενός ανθρώπου σε μια οθόνη ή σε έναν ψηφιακό βοηθό», επισημαίνει.
Μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να μας κάνει λιγότερο έξυπνους;
Ο Γιώργος Σακκάς αποφεύγει μια απόλυτη απάντηση στο ερώτημα εάν η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να μειώσει την ανθρώπινη νοημοσύνη.
Υπενθυμίζει ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν πάντοτε εργαλεία για να ενισχύσουν τις ικανότητές τους, από τη γραφή και τα βιβλία μέχρι τις αριθμομηχανές, τους υπολογιστές και τις μηχανές αναζήτησης.
Το κρίσιμο ζήτημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι το είδος της νοημοσύνης που επιλέγουμε να καλλιεργούμε.
«Αν χρησιμοποιούμε την Τεχνητή Νοημοσύνη για να ελέγχουμε ιδέες, να συγκρίνουμε επιχειρήματα, να βελτιώνουμε τη σκέψη μας, τότε μπορεί να μας κάνει πιο ικανούς. Αν όμως τη χρησιμοποιούμε για να αποφεύγουμε τη σκέψη, τότε κινδυνεύουμε να γίνουμε πιο παθητικοί», αναφέρει.
Και προσθέτει: «Η απειλή δεν είναι ότι η μηχανή θα γίνει έξυπνη. Η απειλή είναι να σταματήσουμε εμείς να εξασκούμε τη δική μας σκέψη».
Η ανάγκη για «γνωστική παιδεία» στην Τεχνητή Νοημοσύνη
Κατά τον καθηγητή, η απάντηση στις νέες προκλήσεις δεν βρίσκεται ούτε στον πανικό ούτε στην απαγόρευση της τεχνολογίας, αλλά στην εκπαίδευση των χρηστών.
Ο ίδιος προτείνει αυτό που χαρακτηρίζει ως «γνωστική παιδεία στην Τεχνητή Νοημοσύνη», δηλαδή την ικανότητα να γνωρίζει κάποιος όχι μόνο πώς χρησιμοποιείται ένα εργαλείο, αλλά και πότε πρέπει να χρησιμοποιηθεί, για ποιον σκοπό και με ποια όρια.
Στα σχολεία, θεωρεί ότι οι μαθητές πρέπει πρώτα να προσπαθούν μόνοι τους και στη συνέχεια να αξιοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη για ανατροφοδότηση.
Στα πανεπιστήμια, οι φοιτητές θα πρέπει να εκπαιδεύονται στον έλεγχο πηγών, στον εντοπισμό λαθών και στη διάκριση ανάμεσα σε τεκμηριωμένη γνώση και σε μια απάντηση που ακούγεται πειστική αλλά είναι λανθασμένη.
Αντίστοιχα, στους χώρους εργασίας οι επαγγελματίες χρειάζεται να μάθουν όχι μόνο να χρησιμοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά και να αμφισβητούν τις απαντήσεις της.
Η κρίσιμη ερώτηση για γονείς και εκπαιδευτικούς
Απευθυνόμενος σε γονείς και εκπαιδευτικούς, ο Γιώργος Σακκάς προτείνει να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αξιολογείται η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης από τους μαθητές.
«Να μη ρωτούν μόνο “χρησιμοποίησες Τεχνητή Νοημοσύνη;”, αλλά “τι έμαθες αφού τη χρησιμοποίησες;”. Αυτή είναι η κρίσιμη ερώτηση», τονίζει.
Εξηγεί ότι εάν ένας μαθητής, μετά τη χρήση ενός τέτοιου εργαλείου, μπορεί να κατανοήσει καλύτερα ένα θέμα, να υποστηρίξει την άποψή του, να εντοπίσει λάθη και να εφαρμόσει μόνος του τη γνώση, τότε η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει λειτουργήσει υποστηρικτικά.
Αντίθετα, εάν απλώς παραδίδει ένα καλογραμμένο κείμενο το οποίο δεν είναι σε θέση να εξηγήσει, τότε, όπως λέει, «δεν μιλάμε για μάθηση. Μιλάμε για ανάθεση».
«Ο άνθρωπος γίνεται πιο ικανός ή πιο εξαρτημένος;»
Ο καθηγητής εκτιμά ότι το μέλλον της ανθρώπινης σκέψης στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν είναι προκαθορισμένο.
Η νέα τεχνολογία μπορεί, σύμφωνα με τον ίδιο, να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία ενίσχυσης των ανθρώπινων δυνατοτήτων, αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου οι άνθρωποι παράγουν περισσότερο περιεχόμενο, χωρίς απαραίτητα να κατανοούν περισσότερα.
«Το κριτήριο πρέπει να είναι απλό: μετά τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης, ο άνθρωπος είναι πιο ικανός ή πιο εξαρτημένος; Έχει μάθει κάτι που μπορεί να μεταφέρει στη ζωή του ή απλώς πήρε μια έτοιμη απάντηση;», αναφέρει.
Και καταλήγει: «Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί πράγματι να μας βοηθήσει να σκεφτούμε. Αλλά μόνο αν πρώτα μάθουμε πώς να σκεφτόμαστε χωρίς αυτήν».







